Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2006

Κρητική Μουσική

Κρητική μουσική


Κρητική Βυζαντινή και Παραδοσιακή Μουσική



[περίληψη-διασκευή του Βασίλη Παπουτσάκη πάνω στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κρήτη:Ιστορία και Πολιτισμός (1988), γραμμένο από τον Γιώργο Αμαργιανάκη]



1.Βυζαντινή και μεταβυζαντινή εκκλησιαστική μουσική



Επί Ενετοκρατίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να στηρίξει το ορθόδοξο φρόνημα, στέλνει στην Κρήτη, μεταξύ άλλων και εκπροσώπους της εκκλησιαστικής μουσικής. Με την πτώση του Βυζαντίου, η πορεία της εκκλησιαστικής μουσικής κάμπτεται και η μουσική δραστηριότητα μεταφέρεται σε άλλες, ελεύθερες ακόμη, περιοχές, όπως τη Μολδαβία, τη Σερβία, την Κύπρο και την Κρήτη, όπου βρίσκουν καταφύγιο πολλοί βυζαντινοί λόγιοι και μουσικοί, όπως οι μελοποιοί Ιωάννης Λάσκαρης, Ιωάννης Φωκάς, Μανουήλ Δούκας ο Χρυσάφης, Ιωάννης Πλουσιαδηνός[(1429-1500), μετέπειτα μητροπολίτης Μεθώνης Ιωσήφ] και Ακάκιος Χαλκιόπουλος. Από τα μέσα του 16ου αι. έως τα μέσα του 17ου εμφανίζονται στην Κρήτη μια πλειάδα νέων μουσικών-μελοποιών που συμβάλλουν στη συνέχιση και ανανέωση της εκκλησιαστικής μουσικής. Όπως οι Αντώνιος Επισκοπόπουλος, Βενέδικτος Επισκοπόπουλος, Κοσμάς Βαράνης, Ιγνάτιος Φριέλος, Αλοϊσιος Βικιμάνος, Εμμανουήλ Δέκαρχος, Γεράσιμος Βλάχος και Δημήτριος Νταμίας. Σε πολλές συνθέσεις τους προτάσσονται επικεφαλίδες, όπως «ιδιόμελα…καθώς γράφονται και ψάλλονται παρά του κυρ Ιωάννου του Φριέλου» ή «καθώς ψάλλονται παρά των Κρηταίων». Οι επικεφαλίδες αυτές υποδηλώνουν ότι στα τέλη του 16ου αι. έχει διαμορφωθεί στην Κρλητη ένα ιδιότυπο εκκλησιαστικό μουσικό ύφος με στοιχεία από την Ορθόδοξη ανατολή, τη ντόπια παράδοση και τη Ρωμαιοκαθολική Δύση. Το 1669 με την ολοκληρωτική κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, πολλοί Κρήτες κατέφυγαν στα Επτάνησα όπου μετέφεραν και την ιδιότυπη μουσική τους παράδοση, γνωστή έκτοτε ως κρητική ή κρητοεπτανησιακή μουσική. Μετά το 1669 η μουσική πρόοδος αναστέλλεται. Έκτοτε εμφανίζονται ελάχιστοι μελοποιοί. Στη μονή του Σινά ακμάζουν δύο σπουδαίοι Κρήτες μελοποιοί, ο Γεράσιμος ο Κρήτας (περίπου 1700) και ο Μελέτιος Σιναϊτης ο νέος (τέλη 18ου αι.)



2. Δημοτική μουσική



Η παραδοσιακή μουσική της Κρήτης αποτελεί ιδιαίτερο πολιτιστικό στοιχείο της Κρήτης. Άλλα τραγούδια της Κρήτης είχαν καθαρά τοπική διάδοση και άλλα παγκρήτια. Στα τοπικά ανήκουν τα «ριζίτικα» της Δυτικής Κρήτης. Πιστεύεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν στα χωριά που βρίσκονται στις «ρίζες» δηλ. στους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Έχει διαπιστωθεί ότι αποτελούν ξεχωριστή ομάδα δημοτικών τραγουδιών που περιλαμβάνει όλα τα είδη των δημοτικών τραγουδιών των άλλων ελληνικών περιοχών, πλην του κύκλου των «κλέφτικων» (σύμφωνα με έρευνες των και ταξινομήσεις του Νικόλαου Πολίτη, του Στίλπωνος Κυριακίδη και του Δημήτριου Λουκάτου). Τα ριζίτικα που το κείμενό τους έχει εμφανή ακριτικά στοιχεία προέρχονται μάλλον από τη Βυζαντινή περίοδο, ενώ άλλα με πραγματιστικά στοιχεία, από την περίοδο της Ενετοκρατίας. Διακρίνεται ένα τρίτο στρώμα από την εποχή της τουρκοκρατίας και ένα νεότερο που αναφέρεται σε γεγονότα του 20ου αι., όπως μάχη της Κρήτης, Κατοχή και Αντίσταση, Εμφύλιος κ.λπ. Οι Κρητικού διακρίνουν τα ριζίτικα σε δυο μεγάλες κατηγορίες : της τάβλας και της στράτας. Της τάβλας τραγουδιούνται μόνο σε τραπέζι συμποσίου με αφορμή κάποιο ευτυχές γεγονός, χωρίς συνοδεία οργάνων, ενώ της στράτας πάντοτε σε πορεία με τη συνοδεία οργάνων. Ειδικότερα της τάβλας εκτελούνται χορωδιακά και αντιφωνικά από δύο ανδρικούς χορούς τραγουδιστών, που συγκροτούνται αυτομάτως με το κάθισμα των συνδαιτυμόνων στο τραπέζι. Κάποιος από τον πρώτο χορό ξεκινά με την πρώτη μουσική στροφή ενός τραγουδιού που καλύπτει ενάμισυ δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό στίχο, ενώ οι υπόλοιποι τραγουδιστές του ίδιου χορού συνοδεύουν με χαμηλότερη φωνή. Η ίδια στροφή και με τον ίδιο τρόπο επαναλαμβάνεται από το δεύτερο χορό. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται μέχρι να τελειώσει το τραγούδι, οπότε ο τραγουδιστής του πρώτου χορού υψώνοντας το ποτήρι του, λέει «όλο γειά μας», που σημαίνει ότι τελείωσε το τραγούδι του, οπότε μπορεί άλλος τραγουδιστής να ξεκινήσει διαφορετικό τραγούδι. Για να δοθεί η ευκαιρία σε περισσότερους τραγουδιστές να τραγουδήσουν και να ακουστούν περισσότερα τραγούδια, εκτελούν συνήθως χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικό, τρεις μόνο στροφές από κάθε τραγούδι.
Στα τραγούδια της στράτας εκτελούνται, κατά κανόνα, όλοι οι στίχοι των πολύστιχων τραγουδιών και μάλιστα με επανάληψη δυο και τρεις φορές, κάθε μουσικής στροφής, που εδώ καλύπτει ένα ημίστιχο του δεκαπεντασύλλαβου ιαμβικού στίχου. Έτσι ένα τραγούδι διαρκεί μία ώρα και παραπάνω. Όσον αφορά τη μουσική τους τα ριζίτικα είναι μονοφωνικά και τροπικά. Τα ριζίτικα γενικά δεν υπερφορτώνονται με μελίσματα(μελωδικά στολίδια) για να μην αλλοιώνονται οι παραδοσιακές μελωδικές γραμμές. Έχουν διαπιστωθεί σαράντα περίπου πρότυπες μελωδίες πάνω στις οποίες εκτελούνται κατά ομάδες όλα τα άλλα ριζίτικα τραγούδια. Πάνω στη μελωδία π.χ. του τραγουδιού «ο Διγενής Ψυχομαχεί» τραγουδιούνται 45 άλλα ριζίτικα τραγούδια. Στα ριζίτικα υπάρχουν στερεότυπες μελωδικές φράσεις (φόρμουλες), οι οποίες επαναλαμβάνονται αυτούσιες ή ελαφρά παραλλαγμένες σε πολλές μελωδίες.



Στην κατηγορία των τραγουδιών με παγκρήτια διάδοση ανήκουν οι λεγόμενες «ρίμες», πολύστιχα σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους ομοιοκατάληκτα ποιήματα, με μορφή αφηγηματική και περιεχόμενο ιστορικό, κοινωνικό, θρησκευτικό, ερωτικό κ.λπ. οι φορείς τους είναι λαϊκοί συνήθως ποιητές, «οι ριμαδόροι», οι οποίοι, έχοντας στοιχειώδη συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας, σε αντίθεση με τους ποιητές του γνήσιου δημοτικού τραγουδιού, αποκαλύπτουν στις ρίμες τους το όνομά τους και άλλα στοιχεία της ταυτότητάς τους. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα δίστιχα, σε ομοιοκατάληκτους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους, κοινώς «μαντινάδες». Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέσα καλλιτεχνικής έκφρασης του κρητικού λαού. Βασικοί φορείς του είναι οι λαϊκοί λυράρηδες, οι ριμαδόροι και οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι συνηθίζουν να τραγουδούν με θαυμαστή ευχέρεια στα γλέντια τους διάφορα δίστιχα, άλλοτε παραδοσιακά και άλλοτε αυτοσχέδια, ανάλογα με την περίσταση. Τραγουδιούνται πάνω σε διάφορους μελωδικούς σκοπούς, από τους οποίους άλλοι είναι χορευτικοί και άλλοι εξυπηρετούν καθαρά και μόνο το τραγούδι. Η διάκριση των τραγουδιών κατά κατηγορίες δε γίνεται με βάση το ποιητικό κείμενο, που κάθε φορά είναι διαφορετικό, αλλά με βάση το μέλος, που αν και επιδέχεται καλλωπισμούς, με τη μέθοδο του περιορισμένου αυτοσχεδιασμού, ωστόσο παραμένει αμετάβλητο ως προς τον βασικό μελωδικό πυρήνα του.


Πρέπει να προστεθεί ότι αρκετά στιχουργήματα λόγιας προέλευσης , όπως «ο Ερωτόκριτος», «η Θυσία του Αβραάμ», «η Βοσκοπούλα» και διάφορα «Κάλαντα» έχουν περάσει στο ρεπερτόριο της παραδοσιακής μουσικής και τραγουδιούνται ως δημοτικά τραγούδια.





Από τους κρητικούς χορούς οι περισσότερο διαδεδομένοι είναι ο συρτός, γνωστός και ως χανιώτικος συρτός, ο καστρινός πηδηκτός, η σούστα και ο πεντοζάλης (σιγανός και γρήγορος). Παράλληλα υπάρχουν και άλλοι με καθαρά τοπικό χαρακτήρα και πολύ περιορισμένη διάδοση, όπως ο ζερβόδεξος, ο αγκαλιαστός κ.ά. Για τους κρητικούς χορούς πληροφορίες στο :

Κρητικοί Χοροί : Ζεμπίλης Στέλιος Μαυρομανωλάκης Νικήτας

Οι χοροί αυτοί παίζονται με λύρα ή βιολί με τη συνοδεία λαγούτου ή κιθάρας. Δεν έχουν αυστηρά καθορισμένη μορφολογική δομή. Αποτελούνται από μικρές, αυτόνομες και απλές ως προς τον πυρήνα τους μελωδικές φράσεις, τις κοντυλιές, που επιδέχονται καλλωπισμούς με τη μέθοδο του περιορισμένου αυτοσχεδιασμού και μπορούν να συνδυαστούν κατά ποικίλους τρόπους. Η μελωδία κάθε χορού έχει τη δική της κοντυλιά. Αυτή την κοντυλιά επαναλαμβάνει, μεταβάλλει και καλλωπίζει κάθε λυράρης. Ανάλογα με την ψυχική του διάθεση, τις δεξιοτεχνικές του ικανότητες, τις ικανότητες του τραγουδιστή, τις απαιτήσεις της περίστασης και των ακροατών, ο λυράρης μεταβάλλει τη μελωδία χωρίς να την αλλοιώνει. Έτσι καταθέτει την προσωπική του άποψη, προσφέρει ένα διαφορετικό άκουσμα και διεγείρει το ενδιαφέρον των ακροατών του. Ο λαουτιέρης, με τη σειρά του δεν περιορίζεται σε μια απλή και μηχανική συνοδεία της λύρας. Ο ταλαντούχος λαουτιέρης συχνά απομακρύνεται από το λυράρη, αυτοσχεδιάζει πάνω στις δεδομένες κοντυλιές, προσέχοντας να συμπέσει με το λυράρη στο τέλος της μουσικής φράσης.


Στην ανατολική Κρήτη η μουσική είναι πιο λυρική και έντεχνη εξαιτίας του Ευστράτιου Καλογερίδη(1883-1960), ο οποίος κατέγραψε τους αυτοσχεδιασμούς του στο πεντάγραμμο και τους έδωσε μόνιμη και τεχνικότερη μορφή. Έτσι χωρίς να απομακρυνθεί από την παράδοση, έφτιαξε «έντεχνες λαϊκές συνθέσεις», οι οποίες παίζονται ακόμα και σήμερα ως «κοντυλιές του Καλογερίδη». Οι κοντυλιές βέβαια του Καλογερίδη που ακούμε από λαϊκούς καλλιτέχνες δεν είναι ακριβώς εκείνες της παρτιτούρας αφού οι λαϊκοί οργανοπαίκτες δε γνωρίζουν από παρτιτούρες. Αυτό σημαίνει ότι μαθαίνουν τις κοντυλιές από την προφορική παράδοση και τις φιλτράρουν με το προσωπικό τους άκουσμα και το δικό τους παίξιμο. Την παράδοση αυτή συνέχισε ο Κώστας Μουντάκης ο οποίος με τη σειρά του πέρασε σε παρτιτούρες τη μουσική της δυτικής Κρήτης, μουσική με λιγότερα λυρικά στοιχεία και περισσότερο δωρικό χαρακτήρα. Ο Κώστας Μουντάκης προσπάθησε να μεταδώσει ακριβώς τα αποτελέσματα των εργασιών του, διδάσκοντας πλήθος νέων λυράρηδων, μουσική και λύρα.



Αυτοσχεδιασμός γίνεται και στα τραγούδια που χρησιμοποιούνται από ένα κρητικό συγκρότημα. Σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου κάθε μελωδία συνδέεται με ένα σταθερό ποιητικό κείμενο, στην Κρήτη ούτε οι μελωδίες είναι σταθερές ούτε τα ποιητικά κείμενα. Συνήθως μάλιστα οι τραγουδιστές αυτοσχεδιάζουν τα δίστιχα που χρησιμοποιούν. Τα εμπνέονται δηλαδή εκείνη τη στιγμή ή κάνουν δικούς τους συνδυασμούς γνωστών δίστιχων. Αλλά και οι χορευτές αυτοσχεδιάζουν. Κυρίως οι πρωτοχορευτές προσθέτουν δικές τους φιγούρες ανάλογα με τη διάθεσή τους, το ταλέντο τους και τις σωματικές τους ικανότητες.




3. Παραδοσιακά λαϊκά μουσικά όργανα



Ι. Χορδόφωνα



α). Αχλαδόσχημη λύρα. Συναντάται σε τέσσερις τύπους, το λυράκι, την κοινή λύρα, τη βροντόλυρα και τη βιολόλυρα. Διαφέρουν ως προς το μέγεθος, τη χρήση και τον ήχο που παράγουν. Έχουν τρεις χορδές εντέρινες ή μεταλλικές που κουρδίζονται κατά πέμπτες καθαρές ή αλά τούρκα (δηλ. κατά διαστήματα τέταρτης και πέμπτης καθαρής). Όλες οι λύρες παίζονται με τόξο, στο οποίο μερικές φορές κρεμούν μικρά σφαιρικά κουδουνάκια, τα γερακοκούδουνα, που συνοδεύουν ευχάριστα τη λύρα. Η βιολόλυρα δημιουργήθηκε γύρω στα 1925, με εμφανείς επιδράσεις από το βιολί. Η λύρα είναι γνωστή στην Ελλάδα από τον 9ο αι., είναι άγνωστο όμως πότε άρχισε να χρησιμοποιείται στην Κρήτη.



β). Βιολί. Συνοδεύει τη λύρα κυρίως στις ανατολικές επαρχίες.



γ). Λαούτο. Έχει τέσσερα ζεύγη χορδές, παλαιότερα εντέρινες, σήμερα μεταλλικές, που κουρδίζονται κατά πέμπτες. Συνοδεύει αρμονικά και ρυθμικά τη λύρα ενώ μερικές φορές σολάρει για να ξεκουραστεί ο λυράρης ή ο βιολιστής.



δ). Μαντολίνο. Συνοδεύει τη λύρα στη μεσοανατολική κυρίως Κρήτη.



ε). Κιθάρα. Συνοδεύει σχεδόν αποκλειστικά το βιολί.



στ). Μπουλγκαρί. Ανήκει στην οικογένεια των ταμπουράδων. Η χρήση του σήμερα είναι πολύ περιορισμένη. Παλιότερα ήταν πολύ διαδεδομένο όργανο μελωδίας και συνοδείας της λύρας.



ΙΙ. Αερόφωνα



α). Φτιαμπόλι (λέγεται και θιαμπόλι, φθιαμπόλι, παμπιόλι, μπαμπιόλι, χαμπιόλι, σφυροχάμπιολο, σφυροχάμπουλο, πειροχάμπιολο και γλωσσοχάμπιολο). Είναι είδος φλάουτου με λοξοκομμένο το μέρος όπου φυσάει ο παίκτης και κλεισμένο με τον «πείρο ή σούρο», ένα είδος τάπας με λεπτή σχισμή για να περνά ο αέρας. Εκεί που τελειώνει ο πείρος υπάρχει μια τετράγωνη τρύπα και λίγο πιο κάτω υπάρχουν έξι τρύπες ανώ από την ανάποδη υπάρχει μια τρύπα. Είναι κατεξοχήν ποιμενικό όργανο και παίζεται συνήθως μόνο του.



β). Μπαντούρα ή μαντούρα. Είναι είδος κλαρινέτου που φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη. Παραλλαγή της μπαντούρας είναι η διπλομπαντούρα ή τζυμπραγιά μπαντούρα, που στην πραγματικότητα είναι δυό μπαντούρες δεμένες και παιζόμενες μαζί.


γ). Ασκομπαντούρα ή ασκομαντούρα ή φλασκομπαντούρα, παλαιότερα γνωστή ως άσκαυλος. Παίζεται συνήθως σε ανοικτό χώρο μόνη της ή με τη συνοδεία λαούτου ή μικρού νταουλιού. Παλιότερα ήταν πολύ διαδεδομένο όργανο στην Κρήτη ενώ σήμερα τείνει να εκλείψει.




ΙΙΙ. Μεμβρανόφωνα




α). Νταουλάκι. Πρόκειται για μικρό νταούλι που παίζεται με δυο ραβδάκια, τα νταουλόξυλα. Συνοδεύει ρυθμικά τη λύρα ή το βιολί. Παλιότερα ήταν ευρύτατα γνωστό, ιδίως στην ανατολική Κρήτη, ενώ σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί.



Μια δεύτερη άποψη για την Κρητική μουσική


θα βρείτε στο


Συνοπτικό διάγραμμα της ιστορίας της λαϊκής («παραδοσιακής») κρητικής μουσικής από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2006

Η Κρητική Λογοτεχνία κατά τη Βενετοκρατία

Η Κρητική Λογοτεχνία κατά τη Βενετοκρατία(1211-1669)



[περίληψη, από τον Βασίλη Παπουτσάκη, του αντίστοιχου κεφαλαίου του «Κρήτη:Ιστορία και Πολιτισμός» , Συνδέσμου Τοπικών Ενώσεων Δήμων & Κοινοτήτων Κρήτης» 1988 πάνω στο κείμενο του Στυλιανού Αλεξίου]


1. Πρώτη Ακμή


Τους πρώτους αιώνες ενετοκρατίας δεν ξέρουμε ακριβώς τα χαρακτηριστικά της ποίησης που επικρατούσε στο νησί. Υποθέτουμε ότι στα αστικά κέντρα ήταν ανάλογη των ευρωπαϊκών κέντρων της εποχής, αν και το επαναστατικό κλίμα της περιόδου δημιουργούσε μάλλον ακατάλληλο κλίμα για λογοτεχνική ενασχόληση. Μετά την ‘επανάσταση του Αγίου Τίτου’ (τέλος 14ου αι.), «ησυχάζει η Κρήτη» και αρχίζει να σημειώνεται σοβαρή απασχόληση με τα γράμματα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα «ιπποτικά βυζαντινά μυθιστορήματα», που πιστεύονταν ότι ήταν κρητικά, λόγω κάποιων ιδιωματισμών, δεν ήταν κρητικά γιατί πρώτον, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Κρήτη σε αυτά, δεύτερον, οι ιδιωματισμοί ήταν κοινά στοιχεία των μεσαιωνικών ελληνικών, που απλώς διατηρήθηκαν στην Κρήτη και τρίτον χαρακτηρίζονται από έντονο συναισθηματισμό, απίθανο να αναπτύχθηκε στα ιστορικά δεδομένα της Κρήτης. Ακόμα και ο «Διγενής Ακρίτας» είναι εντελώς άσχετος με την Κρήτη, παρά του ότι πιστεύεται ότι καταγράφηκε ως προφορική παράδοση της Κρήτης.

Από το δεύτερο μισό του 14ου και αρχές 15ου αι. , εμφανίζονται οι πρώτοι Κρητικοί ποιητές : Στέφανος Σαχλίκης, Λινάρδος Ντελλαπόρτας και Μπεργαδής. Ο Σαχλίκης γεννήθηκε και έζησε στον Χάνδακα. Σπατάλησε την περιουσία του άσωτα, καταχρεώθηκε στους Εβραίους και κατέληξε φυλακή εξαιτίας της Κουταγιώταινας, γυναίκας ελαφρών ηθών, που τον κατηγόρησε ότι την εδυνάστεψε (βίασε). Μετά την αποφυλάκισή του, έζησε ένα διάστημα στα αγροκτήματά του. Ασφυκτιούσε όμως στο περιβάλλον του χωριού και επέστρεψε στο Κάστρο. Εκεί ο δούκας της Κρήτης τον διόρισε αβοκάτο δηλαδή δικηγόρο (δημόσιοι υπάλληλοι εκείνη την εποχή). Έβρισκε όμως τους συναδέρφους του αρκετά συμφεροντολόγους, αφού απαιτούσαν φιλοδωρήματα από τους πελάτες τους, πράγμα που απαγορεύονταν. Έγραψε τις ‘Αρχιμαυλίστριες’ μια τολμηρή περιγραφή των γυναικών του Κάστρου που εκπορνεύονταν, ‘τη βουλή των πολιτικών’, εξιστόρηση μιάς φανταστικής συνέλευσης ελαφριών γυναικών(πολιτικών) που αποφασίζουν να οργανωθούν συντεχνιακά και την ‘Αφήγησιν παράξενον’ σχετικά με την άσωτη ζωή του και φυλάκισή του. Σ’ ένα ποίημά του το ‘Ερμηνείες’ συμβουλεύει ένα νεαρό συγγενή του να αφήσει τα ξενύχτια, τα ζάρια και τις «πολιτικές». Χρησιμοποιεί δηλαδή τη δική του πείρα από την ασωτία ως παράδειγμα για βελτίωση των άλλων.

Ο Λινάρδος Ντελλαπόρτας κατάγονταν από αστική οικογένεια του Χάνδακα. Κυβέρνησε πολεμική γαλέρα, έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις της Βενετίας, δικηγόρησε στον Χάνδακα και ανέλαβε διπλωματικές αποστολές. Σε ηλικία πενήντα ετών κατηγορήθηκε από μια γυναίκα που επεδίωκε την εκ μέρους του αναγνώριση ενός παράνομου παιδιού της και φυλακίστηκε. Έγραψε ένα αυτοβιογραφικό έργο, διασκευή των παθών του Χριστού και δυο θρησκευτικές δεήσεις. Χειρίζεται τη γλώσσα και τον ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο με ευχέρεια.

Ο Μπεργαδής (Bragadin) ανήκε σε εξελληνισμένη οικογένεια Βενετών του Ρεθύμνου. Στο ποίημά του ‘ο Απόκοπος’, ο ποιητής διηγελιται ότι στο όνειρό του κυνήγησε ένα ελάφι (ψυχαναλυτικό σύμβολο του ερωτικού πόθου, κατά τον Κεχαγιόγλου), ανέβηκε σε ένα δέντρο(το δέντρο της ζωής), και πως έμεινε ώρες εκεί τρώγοντας μέλι από μια κυψέλη(η γλύκα της ζωής). Όλο αυτό το διάστημα δύο ποντικοί, ένας άσπρος και ένας μαύρος (η συνεχής εναλλαγή ημέρας και νύχτας), ροκάνιζαν το δέντρο μέχρι που αυτό έπεσε κάτω. Ο αφηγητής καταλήγει στο στόμα του Δράκου-Άδη, χωρίς σαφή διάκριση Παράδεισου και Κόλασης(όπως ο νεοελληνικός Άδης των δημοτικών τραγουδιών). Αρχίζει εκεί διάλογος με νεκρούς που καταλήγει σε φυγή του επισκέπτη προς τον απάνω κόσμο. Ο Μπεργαδής έχει συλλάβει με σπάνια ένταση το παροδικό φαινόμενο της ζωής και στο σκοτεινό κόσμο της ανυπαρξίας αντιπαραθέτει τη μαγευτική ομορφιά του φυσικού κόσμου και την ανυποψίαστη γοητεία της ανθρώπινης καθημερινότητας.

Στο 15ο αι., ανήκει και ο ποιητής Μαρίνος Φαλέρος που ταυτίζεται με τον Ενετό ευγενή και φεουδάρχη Marin Falier(1395-1474), που έγραψε κυρίως ερωτικά ποιήματα με αναγεννησιακά στοιχεία, αλλά και πλήθος ποιημάτων και τραγουδιών ανώνυμων δημιουργών, όπως το «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης», «Διήγισιν της φουμιστής Βενετίας», «περί της ξενιτείας» και άλλα.

Στα τέλη του 15ου αι., ανήκει και ο Γεώργιος Χούμνος από τον Χάνδακα, που έγραψε την «Κοσμογέννησις», διασκευή λαϊκών παραδόσεων που βασίζονται στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι ένα από τα τελευταία δείγματα του μεγάλου θρησκευτικού κλάδου της μεσαιωνικής γραμματείας. Σύγχρονος του Χούμνου είναι και ο καθολικός ιερέας Ανδρέας Σκλέντζας που έγραψε θρησκευτικά ποιήματα και προσευχές.

Ανεξάρτητη κατηγορία ποιημάτων είναι αυτά που ασκούν σατυρική κοινωνική κριτική με αλληγορικές μορφές από το ζωικό βασίλειο, όπως του «Γαδάρου, Λύκου, Αλουπούς διήγησης ωραία»(1539). Αποτελεί ομοιοκατάληκτη διασκευή παλαιότερου ανομοιοκατάληκτου βυζαντινού κειμένου. Ο Γάδαρος(λαός) συναντά σ’ ένα λιβάδι το Λύκο(Ευγενής) και την Αλουπού(Μοναχό), που του προτείνουν ένα ταξίδι στην Τάνα για εμπόριο και «επένδυση» των χρημάτων του. Καθ’ οδόν προς την Τάνα η Αλουπού λέει ότι ονειρεύτηκε θύελλα και προτείνει να εξομολογηθούν από τώρα τις αμαρτίες τους, ώστε να εξιλεωθούν σε περίπτωση ναυαγίου. Ο Λύκος και η Αλουπού εξομολογούνται τα εγκλήματά τους και δίνουν άφεση αμαρτιών ο ένας στον άλλο, ενώ ο Γάδαρος επειδή έφαγε κάποτε ένα μαρουλόφυλλο από το φορτίο που κουβαλούσε, καταδικάστηκε από τους δύο άλλους βάσει του «Νομοκάνονα» σε θάνατο. Ο Γάδαρος με ένα του τέχνασμα τους ρίχνει με κλωτσιές στη θάλασσα και σώζεται. Το ποίημα αυτό αγαπήθηκε ιδιαίτερα και τυπώθηκε πολλές φορές. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το ποίημα «ο Κάτης και οι Ποντικοί», αγνώστου Κρητικού. Ένας γάτος προτείνει ειρήνη και αγάπη σ’ ένα ποντικό. Αργότερα προσποιείται τον ετοιμοθάνατο. Καλεί λοιπόν το φίλο του ποντικό και του ζητά να συγκεντρώσει όλους τους ποντικούς που ξέρει για να τον θάψουν όλοι μαζί στον παλιό φούρνο. Οι ποντικοί τον μοιρολογούν και χορεύουν για χάρη του μέσα στο φούρνο. Ο δήθεν ετοιμοθάνατος τότε Κάτης σηκώνεται με μάτια που λάμπουν και μαζί με δύο άλλους γάτους αποκλείει την έξοδο του φούρνου. Έπειτα από μια ειρωνική προσφώνηση του φίλου του, που εξακολουθεί να χορεύει, τον τρώει κι αυτόν και τα’ άλλα τα ποντίκια. Έχει ανάλογα μηνύματα με τα βυζαντινά «Παιδιόφραστος διήγησης των ζώων των τετραπόδων» και του «Πουλολόγου» : οι αδύνατοι πρέπει να αποφεύγουν τις σχέσεις με τους πονηρούς και ισχυρούς, που με την επίφαση της φιλίας τους επιβουλεύονται.

Το 1534 τυπώθηκε και η «Ριμάδα του Απολλωνίου του Τύρου», «ποίημα από χειρός Γαβριήλ Ακοτιάνο». Φράσεις και ημιστίχια του «Απολλωνίου» βρίσκουμε και στον Κορνάρο. Περιγράφει τις περιπέτειες του βασιλιά της Τύρου Απολλωνίου, που χάνει και τη γυναίκα του και την κόρη του, αλλά μετά από μεγάλες περιπέτειες τις ξαναβρίσκει. Η Ριμάδα έγινε και παραμύθι.

Ο Μανόλης Σκλάβος από τον Χάνδακα εξιστορεί το σεισμό του 1508 που κατέστρεψε την πόλη και την άφησε με πολλά ανθρώπινα θύματα. Περιγράφει τις σκηνές πανικού, την συγκέντρωση επιζώντων στην ανατολική αμμουδιά και τις λιτανείες για εξιλέωση του Θεού. Αποδίδει το σεισμό στις αμαρτίες των κατοίκων της πόλης και προβλέπει άλλες συμφορές αν δεν μετανοήσουν.

Το 1571 τυπώθηκε η «Μάλτας πολιορκία»ω του Αντώνιου Αχέλη με σκοπό να προκαλέσει ενθουσιασμό στους Έλληνες για την αποτυχία των Τούρκων. Εισάγεται για πρώτη φορά το αναγεννησιακό ύφος, αλλά η γλώσσα του είναι δύσκολη και το προσωπικό του ύφος, άχαρο. Γι’ αυτό δεν αγαπήθηκε και δεν ξανατυπώθηκε.

Της ίδιας περιόδου είναι και ο «Θρήνος της Κύπρου» που περιγράφει την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους το 1571, παρά την προσπάθεια του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Β’ και των Ενετών να βοηθήσουν την πολιορκούμενη Αμμόχωστο. Το πέρασμα των συμμάχων έκανε μεγάλη εντύπωση στους Κρητικούς, που μετά την Κύπρο περίμεναν ότι ακολουθούσε η σειρά τους.

Στον 16ο αι., ανήκει και τα μισογύνικα-αντιφεμινιστικά «Έπαινος γυναικών» και «Συναξάριον των ευγενικών γυναικών και τιμιωτάτων αρχοντισσών» με έντονα στοιχεία ερωτισμού και πορνογραφίας.


Η λογοτεχνία στην Κρήτη, μέχρι τα τέλη του 16ου αι., μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πρώτη ακμή». Έχει έντονα μεσαιωνικά γνωρίσματα. Διέπεται από το θρησκευτικό και εποικοδομητικό στοιχείο ενώ σφραγίζεται από το απαισιόδοξο «όραμα του θανάτου» ( «vision de la Mort» κατά τον Ολλανδό ιστορικό του πολιτισμού Huizinga) αλλά και μερικές φορές ασκείται με αλληγορίες από το ζωικό βασίλειο. Η πρώτη φάση της Κρητικής ποίησης, αποτελεί κεφάλαιο της μεσαιωνικής ελληνικής λογοτεχνίας και συγκεκριμένα της δημώδους υστεροβυζαντινής, η οποία διαφοροποιείται αλλά και εμφανίζει ιταλικές επιρροές . αρχίζουν δειλά δειλά να εμφανίζονται αναγεννησιακά στοιχεία αλλά και καθαρό ιδιωματικό ύφος.


2. Περίοδος ωριμότητας


Η ώριμη φάση της κρητικής λογοτεχνίας αρχίζει στα τέλη του 16ου αι., χαρακτηρίζεται τώρα από έντονα αναγεννησιακά στοιχεία και ανήκει στην πρώτη φάση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι άλλες δύο φάσεις είναι η επτανησιακή και η αθηναϊκή.

Μετά το 14ο αι., η Κρήτη ησυχάζει. Οι δύο εξεγέρσεις του 16ου αι., είναι περιορισμένου χαρακτήρα. Το φεουδαρχικό σύστημα και οι φεουδάρχες απώλεσαν την κυριαρχία τους από νέες οικονομικές δυνάμεις, τους αστούς και οι πόλεις γνωρίζουν αξιόλογη ακμή. Η κοινωνία της πόλης ομοιογενοποιείται αφού αποτελείται από Έλληνες και εξελληνισμένους Ενετούς. Οι Ενετοί της Κρήτης αυτοπροσδιορίζονται ως Γραικοί (homo graecus) αφού είναι Έλληνες με βενετικά επίθετα, καθολική θρησκεία και τίτλους ευγενείας κατοχυρωμένους από το μητροπολιτικό κέντρο που απλώς τους εξασφαλίζουν μεγάλα κοινωνικά προνόμια. Οι κάτοικοι των πόλεων, στην πλειοψηφία τους ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι, πλουτίζουν με τη ναυτιλία, το εμπόριο, τις εξαγωγές κρητικών προϊόντων και τη βιοτεχνία. Φορολογούνται ελαφρά και είναι απαλλαγμένοι από βαριές υποχρεώσεις, όπως οι αγγαρείες και η κωπηλασία στις γαλέρες. Τα μεγάλα οχυρωματικά έργα δίνουν δουλειά σε αρκετούς τεχνίτες. Έτσι, διαμορφώνεται μια προηγμένη κοινωνία που έχει άμεση σχέση με τη Δύση, και σπουδάζει σε δυτικά κέντρα. Το 1600 περίπου εμφανίζεται η κρητική ποίηση που χαρακτηρίζεται από έντονες αναγεννησιακές επιρροές. Το 1562 έχει προηγηθεί ο κύκλος της Ακαδημίας των Vivi (Ζωντανών) που μεταφράζουν και μιμούνται ιταλικά θεατρικά έργα. Είναι πιθανό εδώ να ξεκίνησαν να συνθέσουν αναγεννησιακούς τύπους με το κρητικό ιδίωμα. Πριν τους «Ζωντανούς» παραστάσεις είχαν δώσει ο Molino και ο Calmo(1512-1515). Το 1578 τυπώθηκε η τργωδία “Fedra” ,στα ιταλικά από ενετοκρητικό φοιτητή του Πανεπιστημίου της Πάδοβας Francesco Bozza Candiotto, που αφορά τον έρωτα της κόρης του Μίνωα, Φαίδρα για τον Ιππόλυτο. Η περίοδος μέχρι την εμφάνιση του Χοτράτση χαρακτηρίζεται ως προπαρασκευαστική φάση. Από αυτή την φάση δεν υπάρχει κανένα δείγμα αφού το θέατρο, είδος κατ’ εξοχήν ζωντανό, προφορικό και αυτοσχεδιασμού, αν δεν χειρίζεται σημαντική υπόθεση ως θέμα του, δεν διατηρείται. Μόλις όμως εμφανίζονται σημαντικά έργα, με το συχνό τους παίξιμο, την αντιγραφή και το διάβασμά τους μπορούν να σωθούν.

Οι παραστάσεις δίνονταν στα αρχοντικά, σε στενούς κύκλους και στις πλατείες με λαϊκότερο χαρακτήρα, κυρίως πριν το δείπνο και πριν το βράδυ. Παραστάσεις κωμωδιών γίνονταν στις Απόκριες. Θέατρο έβλεπαν άνθρωποι όλων των τάξεων, γυναίκες και άντρες, ενώ οι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες. Τα έξοδα της παράστασης τα έκανε κάποιος πλούσιος, φιλότεχνος, όπως π.χ. τα έξοδα της «Πανώριας» του Χορτάτση ανάλαβε ο Βενετοκρητικός από τα Χανιά Μαρκαντώνιος Βιάρος. Ο Χορτάτσης, που πρώτος στρέφεται συνειδητά και συστηματικά προς το γλωσσικό ιδίωμα της Κρήτης, όπως αυτό είχα διαμορφωθεί τέλη του 16ου αι. , ασχολείται και με τα τρία είδη αναγεννησιακού θεάτρου: τραγωδία, ποιμενική κωμωδία και αστική κωμωδία. Μεταξύ 1595-1601 γράφτηκε η αστική κωμωδία «Κατζούρμπος», έργο που διαδραματίζεται στο Κάστρο και αφορά τον έρωτα του Νικολού για την Κασσάνδρα, που η θετή μητέρα της θέλει να την εκδώσει σ’ ένα γέρο Αρμένη. Τελικά η Κασσάνδρα αποδεικνύεται ότι είναι κόρη του Αρμένη, οπότε τελικά η Κασσάνδρα παντρεύεται το νέο που αγαπά. Τα κωμικά πρόσωπα του έργου βασίζονται στις λατινικές κωμωδίες του Τερεντίου και του Πλαύτου: ο σχολαστικός δάσκαλος, ο ψευτοπαλληκαράς και δειλός στρατιωτικός, οι πεινασμένοι και λαίμαργοι υπηρέτες, οι υπηρέτριες και οι προξενήτρες.


Η «Πανώρια» του Χορτάτση έχει ως πρότυπο την «Callisto» του Groto, που εκδόθηκε το 1583. Δυο βοσκοί ο Γύπαρης και ο Αλέξης αγαπούν δυο βοσκοπούλες, οι οποίες όμως δεν ανταποκρίνονται στον έρωτά τους. Οι δύο νέοι προσφέρουν θυσία στο βωμό της Αφροδίτης και ο γιος της ο Έρωτας τοξεύει τις βοσκοπούλες, που δέχονται τελικά να τους παντρευτούν. Έχουμε εδώ επίδραση της ποιμενικής λογοτεχνίας που έχει αναπτυχθεί στην Ιταλία και η οποία μιμείται αρχαία ειδυλλιακά τοπία. Ο Χορτάτσης συνδυάζει την πραγματική ποιμενική ζωή της Κρήτης με την αρχαία ελληνική μυθολογία.


Λίγο μετά την «Πανώρια» ο Χορτάτσης ολοκληρώνει την τραγωδία «Ερωφίλη», επηρεασμένη από την τραγωδία “Orbecche” του Giraldi. Η κόρη του Φιλόγονου Ερωφίλη παντρεύεται κρυφά ένα νέο στρατιωτικό, τον Πανάρετο. Ο Φιλόγονος αποφασίζει να την παντρέψει με ένα βασιλιά της Ανατολής, αντίπαλό του, για να συμφιλιωθεί μαζί του. Αναθέτει λοιπόν στον Πανάρετο να την πείσει. Η δραματική αυτή αντινομία οδηγεί στην αποκάλυψη της σχέσης των δύο νέων. Ο Φιλόγονος εκτελεί τον Πανάρετο και στέλνει στην κόρη του το κεφάλι, την καρδιά και τα χέρια του. Η Ερωφίλη αυτοκτονεί και οι κοπέλες της ακολουθίας της σκοτώνουν τον απάνθρωπο πατέρα. Περίπου την ίδια εποχή μεταφράζεται, ίσως από τον Χορτάτση, το ποιμενικό δράμα του Guarini “Pastor Fido” (πιστικός βοσκός), ενώ και η κωμωδία «Στάθης» αποδίδεται με επιφυλάξεις στον Χορτάτση.

Το έργο του Χορτάτση συνέχισε ο Βιτσέντζος Κορνάρος(1553-1613). Ανήκε στην εξελληνισμένη βενετοκρητική αρχοντική οικογένεια των Κορνάρων και ήταν αδερφός του φεουδάρχη Ανδρέα Κορνάρου. Γεννήθηκε στην Τραπεζόντα της Σητείας. Η «Θυσία του Αβραάμ» πρέπει να είναι συγγραφικό έργο του Vicenzo Cornaro εξαιτίας του ανάλογου λογοτεχνικού ύφους με τον «Ερωτόκριτο», το αντιπροσωπευτικότερο έργο του Κορνάρου. Υπάρχουν επίσης ανάλογοι αρχαϊκοί τύποι (ομοιώθη, ποίσω, φθαρτά), ανάλογη χρήση των μεσαιωνικών τύπων της αναφορικής αντωνυμίας (τα αντί που κ.λπ.), καθώς και στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδική ηλικία. Η «Θυσία» είναι ελεύθερη μίμηση της ιταλικής τραγωδίας “Isach” του Groto. Ο Αβραάμ «απαγορεύεται» να εξερευνήσει τη διαταγή του Θεού. Υποχρεούται να υπακούσει χωρίς δεύτερη συζήτηση και στην υπακοή αυτή αντιπαρατίθεται διαδοχικά ο βαθύς πατρικός πόνος, ο σπαραγμός της μάνας, η δοκιμασία της λογικής και ο θρήνος του παιδιού. Συγκρούονται δηλαδή η τυφλή υπακοή στην υπερφυσική εντολή και η χάρη και η αθωότητα της παιδικής ηλικίας.

Στον «Ερωτόκριτο», ο γιος ενός συμβούλου του βασιλιά της Αθήνας ο Ρωτόκριτος ερωτεύεται τη βασιλοπούλα Αρετούσα, η οποία επίσης τον αγαπά. Ο πατέρας του Ερωτόκριτου αποτολμά να ζητήσει για το γιο του, την πριγκίπισσα από το βασιλιά Ηράκλη. Ως απάντηση, ο νέος καταδικάζεται σε εξορία. Η Αρετούσα αρνείται πρόταση γάμου από το γιο του ρήγα του Βυζαντίου και γι΄ αυτό φυλακίζεται. Αργότερα στην επικράτεια της Αθήνας εισβάλλουν οι Βλάχοι. Παρουσιάζεται τότε ένας άγνωστος μαύρος πολεμιστής, που είναι ο μαγικά μεταμορφωμένος Ερωτόκριτος. Ο απροσδόκητος σύμμαχος ανακουφίζει τα διαλυμένα στρατεύματα των Αθηναίων και σκοτώνει σε μονομαχία τον Άριστο, εκλεκτό πολεμιστή των αντιπάλων. Τελικά ο Ρωτόκριτος παντρεύεται την Αρετούσα αφού πρώτα αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Ο Κορνάρος επηρεάζεται σ’ αυτό το έργο από το πεζό «Πάρις και Βιέννα» και από το επικό ποίημα “Orlando Furioso” του Ariosto(1532). Χαρακτηρίζεται από το αναγεννησιακό αίτημα για μεγαλύτερη ελευθερία στην ερωτική ζωή και για υπέρβαση των διαφορών στα φύλα και στις τάξεις, αν και ο ισχυρογνώμων βασιλιάς Ηράκλης, λειτουργεί ως θετικό στοιχείο στο ποίημα και όχι ως αντικείμενο καταγγελίας. Η καταδίκη της εξουσίας είναι εδώ λιγότερο έντονη απ’ ό,τι είναι στην «Ερωφίλη».

Στις αρχές του 17ου αι. ανήκει άλλο ένα αξιόλογο έργο, άγνωστου ποιητή, η «Βοσκοπούλα». Ένας βοσκός συναντά μια πολύ όμορφη βοσκοπούλα, στο βουνό. Περνούν ευτυχισμένες μέρες στο σπήλιο της βοσκοπούλας. Πριν γυρίσει ο πατέρας της, ο νέος φεύγει με την υπόσχεση να γυρίσει σ’ ένα μήνα. Μια σοβαρή ασθένεια όμως τον εμποδίζει να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Η νέα πεθαίνει από τη λύπη της γιατί νομίζει ότι την απαρνήθηκε. Όταν τελικά αισθάνεται καλύτερα, ο νέος γυρίζει στη σπηλιά, όπου συναντά το μαυροφορεμένο πατέρα της νέας, που του αναγγέλλει το θλιβερό γεγονός. Η τραγωδία ολοκληρώνεται με το θρήνο του βοσκού πάνω από τον τάφο της αγαπημένης του. Εδώ το συμβατικό ποιμενικό στοιχείο των ιταλικών ειδυλλίων της εποχής εξουδετερώνεται από το κρητικό ιδίωμα αλλά και από την πραγματική ποιμενική ζωή των βουνών της Κρήτης. Το ποίημα τυπώθηκε με έξοδα κάποιου Δρυμητινού Αποκορωνίτη, ο οποίος όμως δεν μας πληροφορεί για το δημιουργό του. Από τις αρχές του 17ου αι., η κρητική λογοτεχνία αρχίζει να λειτουργεί στις λαϊκές τάξεις ως ανώνυμη και απρόσωπη δημιουργία. Στα χειρόγραφα με τα οποία κυκλοφορούσαν τα έργα, αντιγραφόμενα είτε από γραφείς είτε επί παραγγελία είτε και από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, τα ονόματα των συγγραφέων παραλείπονται.

Από αστική οικογένεια του Ρεθύμνου ήταν ο ποιητής Ιωάννης Ανδρέας Τρώιλος, που έγραψε την τραγωδία «Βασιλεύς Ροδολίνος». Πρότυπο του «Ροδολίνου» είναι το έργο «Il Re Torrismondo» του Torquato Tasso. Στην υπόθεση του έργου, ο βασιλιάς της Περσίας Τρωσίλος ερωτεύεται την κόρη του βασιλιά της Καρχηδόνας Αρετούσα. Ο πατέρας της αρνείται την πρόταση και ο Τρωσίλος αναθέτει στο φίλο του Ροδολίνο, βασιλιά της Αιγύπτου, να τη ζητήσει με σκοπό τελικά να την οδηγήσει στην Περσία για να την παντρευτεί ο ίδιος. Ο Ροδολίνος παίρνει την Αρετούσα από την Καρχηδόνα με έγκριση του πατέρα της, αλλά στο δρόμο προς την Αίγυπτο οι δύο νέοι ερωτεύονται και τελικά η Αρετούσα αρνείται να εγκαταλέιψει το Ροδολίνο για χάρη του Τρωσίλου και αυτοκτονεί. Στη συνέχεια αυτοκτονούν και ο Ροδολίνος και ο Τρωσίλος. Τα χορικά εκφράζουν την απαισιοδοξία και την ψυχική διάθεση των χρόνων της Αντιμεταρρύθμισης, υπογραμμίζοντας τον παροδικό χαρακτήρα και τη ματαιότητα του πλούτου, της εξουσίας και της ζωής γενικά.
Στα τελευταία χρόνια της ειρήνης πιστεύεται ότι γράφτηκαν και ο «Ζήνων», αγνώστου ποιητή και το μακροσκελές ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη». Το 1655, στη διάρκεια του αποκλεισμού του Ηρακλείου από τους Τούρκους, γράφτηκε η κωμωδία «Φορτουνάτος» του Μάρκου Αντώνιου Φόσκολου. Ο Μάρκος Αντώνιος είχε πολλές φορές εκλεγεί πρόεδρος του Συμβουλίου των Φεουδαρχών της Κρήτης. Είχε κτήματα στο Καινούργιο Χωριό Πεδιάδας, όπου βρέθηκαν ερείπια πύργου με επιγραφή που μνημονεύει τον «Ανδρέα Φόσκολο», πατέρα του Μάρκου-Αντώνιου. Στη διαθήκη του δίδει εντολή όταν ελευθερωθεί η Κρήτη από τους Τούρκους να μεταφερθεί το σώμα του από το μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου του Χάνδακα, όπου θα είναι αποτεθειμένο, στο Καινούργιο Χωριό. Στον κύκλο του ανήκαν ο γνωστός λόγιος μοναχός Παντόγαλος και ο ποιητής Πάντιμος (έγραψε την τραγωδία “Amorosa Fede”). Στο «Φορτουνάτο» πειρατές κλέβουν το παιδί του Κεφαλλονίτη γιατρού Λούρα. Ένα πλοίο Ιωαννιτών ιπποτών κυριεύει το κουρσάρικο καράβι και το πουλά σ’ ένα έμπορο από το Κάστρο, τον μισέρ Γιαννούτσο, που βρίσκει στο σκάφος το εγκαταλελειμμένο παιδί και το υιοθετεί, ονομάζοντάς το Φορτουνάτο. Έπειτα από χρόνια έρχεται ο Λούρος να εγκατασταθεί στο Κάστρο. Ο Φορτουνάτος έχει μεγαλώσει και συνδέεται αισθηματικά με μια νέα την Πετρονέλα που την ερωτεύεται και ο γερο-Λούρας. Από διήγηση του Γιαννούτσου για το καράβι και το χαμένο παιδί ο Λούρας διαπιστώνει ότι ο Φορτουνάτος είναι γιος του. Έτσι παντρεύει την Πετρονέλα με το Φορτουνάτο και το έργο τελειώνει σε γενική χαρά. Από το έργο δεν λείπουν οι γνωστοί τύποι, ο δάσκαλος, ο καυχησιάρης στρατιωτικός (που απειλεί να εξολοθρεύσει τους Τούρκους που έχουν στρατοπεδεύσει έξω από το Χάνδακα), οι λαίμαργοι δούλοι και οι ζωηρές υπηρέτριες. Το έργο είναι ανώτερο από τον «Κατζούρμπο» του Χορτάτση, με λιγότερα πρόσωπα και νευρώδη γλώσσα.

Στο 17ο αι. ανήκει και η κρητική κωμωδία « η λησμονημένη μνηστή» που αναφέρεται και ως «Φιορεντίνος και Ντολτσέτα» που βασίζεται σε γνωστό παραμύθι. Ο σουλτάνος του Καΐρου είναι άρρωστος και η μόνη θεραπεία του είναι να τον αλείψουν με το αίμα ενός πρίγκιπα. Οι κουρσάροι του αρπάζουν τον πρίγκιπα Φιορεντίνο και τον κλείνουν σ’ ένα πύργο. Η κόρη του σουλτάνου τον ερωτεύεται και τον βοηθά να αποδράσει. Ο σουλτάνος θυμωμένος καταριέται το Φιορεντίνο να ξεχάσει τη Ντολτσέτα όταν τον φιλήσει η μάνα του και να την ξαναθυμηθεί όταν τον χαστουκίσει. Όταν ο πρίγκιπας επιστρέφει στο παλάτι, τον παίρνει ο ύπνος και η μάνα του τον φιλά με αποτέλεσμα όταν ξυπνά να μη θυμάται πλέον τη Ντολτσέτα. Ξέγνοιαστος, πάει στο κυνήγι με δυο φίλους του όπου συναντούν τη Ντολτσέτα και προσπαθούν να την αποπλανήσουν προσφέροντάς της χρήματα. Αυτή παίρνει τα χρήματα αλλά δεν ενδίδει. Την καταγγέλλουν τότε στο βασιλιά απαιτώντας τα χρήματα πίσω. Εκεί η Ντολτσέτα αποκαλύπτει όλη την ιστορία και την κατάρα του πατέρα της. Η μάνα χαστουκίζει το Φιορεντίνο, αυτός ξαναθυμάται και όλα τελειώνουν καλά.
Στη λαϊκή σάτιρα ανήκει και ένα ανώνυμο ποίημα με τον τίτλο «Θρήνος του Φαλλίδου», δηλαδή του χρεοκοπημένου. Δίνει μια ζωηρή εικόνα της εύθυμης νεολαίας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Τα ανδρικά είδη ενδυμασίας, τα πλούσια υφάσματα, τα γενοβέζικα καπέλα, τα αρώματα, τα κρασιά, τα ιταλικά φαγητά, τα μουσικά όργανα, ζωντανεύουν σε αυτό το ποίημα που έχει και διδακτικό σκοπό, να δείξει που καταντά ο άμυαλος νέος.

Οι Τούρκοι αποβιβάζονται στο νησί το 1645. ο Χάνδακας μετά από ηρωική αντίσταση συνθηκολογεί το 1669 οπότε και τελειώνει η γαλήνια και ξέγνοιαστη ζωή. Έτσι και η λογοτεχνία εισέρχεται σε ρεαλιστικότερη αντιμετώπιση της φοβερής πλέον πραγματικότητας. Οι τούρκοι εμφανίζονται στις αρχές του 17ου αι. στην Κρητική λογοτεχνία μέχρι που καταλαμβάνουν κυρίαρχη θέση στη «Διήγησις δια στίχων του δεινού Κρητικού Πολέμου» του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Ο Τζάνες ήταν από το Ρέθυμνο και είχε δυο αδερφούς τον Εμμανουήλ και τον Κωνσταντίνο. Ο Μαρίνος ζούσε στο Ρέθυμνο μέχρι το 1646, οπότε το κατέλαβαν οι Τούρκοι. Πήγε πρόσφυγας στο Κάστρο και αργότερα στα Επτάνησα, στην Κέρκυρα, μέχρι που κατέληξε στην Βενετία όπου και πέθανε. Άρχισε να γράφει τον «Κρητικό Πόλεμο» το 1669 στο Κάστρο, τη χρονιά δηλαδή που το Κάστρο έπεσε στους Τούρκους. Πηγές του Τζάνε ήταν οι προσωπικές του εμπειρίες και οι μαρτυρίες των προσφύγων που κατέφταναν στο Κάστρο από κάθε γωνιά της τουρκοκρατούμενης Κρήτης. Σε ορισμένα σημεία διακρίνονται επιρροές από ανάλογο έργο του Κεφαλλονίτη Άνθιμου Διακρούση(1667). Μέσα στο έργο του Τζάνε είναι ολοφάνερη η αγάπη που τρέφει στην πατρική του πόλη, το Ρέθυμνο. Εξαίρεται η ανεπιφύλακτη και ανιδιοτελής συμμαχία μεταξύ των ενετοκρητικών και του ελληνορθόδοξου αστικού στοιχείου κατά των εισβολέων. Ο Τζάνες οδεύοντας από Ρέθυμνο προς Ηράκλειο είχε συνειδητοποιήσει από κοντά τη στάση των χωρικών, οι οποίοι είχαν δει τον πόλεμο εντελώς ταξικά, αδιαφορούσαν για το ποιος τους «καταδυναστεύει» και δεν πολέμησαν εναντίον των Τούρκων. Ο Τζάνες γράφει χρησιμοποιώντας κρητικούς ιδιωματισμούς αλλά δεν έχει την επιμέλεια ενός Χορτάτση ή ενός Κορνάρου. Εξάλλου οι επιρροές και οι κοινωνικές συνθήκες στο περιβάλλον του Τζάνε είναι εντελώς διαφορετικές. Ο Τζάνες περιγράφει γεγονότα που έζησε ο ίδιος ή του περιέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες και όχι γεγονότα της φαντασίας του γι’ αυτό κάποτε θυμίζει την καθημερινή συνομιλία ή τον ψίθυρο με τον οποίο διαδίδεται μια θλιβερή είδηση. Μερικές φορές μάλιστα θυμίζει πρόχειρες σημειώσεις πολεμικού ημερολογίου με στρατιωτικούς όρους. Συχνά δίνονται αριστουργηματικές εικόνες από στρατόπεδα, μάχες, βομβαρδισμούς, ανατινάξεις, ναυμαχίες, τρικυμίες και ναυάγια. Εξίσου καλά περιγράφεται η τύχη των αμάχων, η ταλαιπωρία και οι κίνδυνοι των προσφύγων στο νησί Δία, όπου πρωτομεταφέρθηκαν, το πολυήμερο ταξίδι στα Επτάνησα και η νοσταλγία της παλιάς ειρηνικής ζωής των παραθεριστών στα κτήματά τους και στα χωριά της Κρήτης. Ο Ν.Β. Τωμαδάκης παρατηρεί ότι το έργο χαρακτηρίζεται από μεγάλη διαύγεια, περιγραφική συγκίνηση, θέληση για αποπεράτωση και επική πνοή. Ο Γιώργος Σεφέρης αποκαλεί τον Τζάνε «μια από τις πιο αξιαγάπητες φυσιογνωμίες της Κρήτης της εποχής εκείνης».
Το 1684 τυπώθηκε ένα άλλο αξιόλογο έργο του Μπουνιαλή με τίτλο «Ψυχωφελής κατάνυξις». Στην Κρήτη κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Φυλλάδα της ψυχής». Το έργο αρχίζει με την επίκληση ενός νεκρού προς την ψυχή του, που την καλεί να ενωθούν ξανά, για να δουν την ευφρόσυνη πληρότητα της ύπαρξης, σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Χριστιανισμού. Πρόκειται για μια συνειδητή συνέχεια της πένθιμης μεσαιωνικής λογοτεχνίας, στην αναβίωση της οποίας συντελεί η βαθιά απογοήτευση από την υποδούλωση και καταστροφή της Κρήτης.

Την καταστροφή της Κρήτης θρήνησε και ο λόγιος Κρητικός πατριάρχης Αλεξανδρείας Γεράσιμος Β’ ο Παλλαδάς, που πέθανε το 1714. Έγραψε διακόσιους περίπου στίχους σε απλή γλώσσα με αρκετά κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, το «Θρήνο της Κρήτης».
Τα έργα της κρητικής λογοτεχνίας αποτέλεσαν την πνευματική τροφή του ελληνικού λαού για πάρα πολλά χρόνια. Η «Ερωφίλη» παίζονταν σε λαϊκές παραστάσεις ενώ στην Αθήνα οι στήλες του Ολυμπίου Διός ονομάστηκαν «παλάτι του Ηράκλη» και μια σπηλιά εκεί κοντά «φυλακή της Αρετούσας». Στην Κρήτη τα ονόματα της Αρετούσας, του Ρωτόκριτου, του Πολύδωρου και του Χαρίδημου έγιναν βαπτιστικά.

Συγχρόνως με την παράδοση στους Τούρκους του Χάνδακα, το 1669, αρχίζει να αναπτύσσεται στην Κωνσταντινούπολη, η τάξη των Φαναριωτών. Με την αρχαϊστική τους παράδοση, κληρονομημένη από το Βυζάντιο, παίρνουν τα σκήπτρα της παιδείας, με κατεύθυνση όμως τελείως διαφορετικής του κρητικού πολιτισμού. Στον κύκλο τους η κρητική γλώσσα και λογοτεχνία περιφρονούνται. Η μεγάλη δύναμη που απέκτησαν οι Φαναριώτες μέσα στον τουρκικό διοικητικό μηχανισμό, η ανάπτυξη αστικών κέντρων στην Ελλάδα, στη Μικρά Ασία και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (επηρεασμένες όλο και περισσότερο από το γαλλικό διαφωτισμό) και η ίδρυση σχολείων από τις αρχές του 19ου αι., περιόρισαν τη διάδοση των κρητικών έργων, εκτός βέβαια της Κρήτης και των Επτανήσων, όπου η επίδρασή τους εξακολούθησε να υφίσταται για μεγαλύτερο διάστημα, με ακραία περίπτωση τον Διονύσιο Σολωμό, συνειδητό συνεχιστή από μία άποψη του Κορνάρου. Η καθιέρωση της καθαρεύουσας μετά την Επανάσταση, στις εφημερίδες, στις μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων, ως επίσημης γλώσσας του κράτους και η διαμόρφωση νέων λογοτεχνικών τάσεων, συντέλεσαν στην ακόμα μεγαλύτερη λήθη της κρητικής ποίησης, που θεωρούνταν πλέον «λαϊκή». Ο λαός τη διάβαζε ακόμη στην Κρήτη, αλλά χωρίς επίγνωση. Από τα τέλη του 19ου αι. αρχίζει και πάλι, η κρητική λογοτεχνία, να κερδίζει τη συμπάθεια και την προσοχή, λίγων μορφωμένων. Μέσα από ποικίλες παρανοήσεις και δυσκολίες εδραιώνεται σιγά σιγά η σωστή φιλολογική μέθοδος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της, την αποκατάσταση και τη γραμματολογική τοποθέτησή της. Αυτή τη φορά η κρητική λογοτεχνία καταξιώνεται όχι μόνο ως τοπική και νεοελληνική, αλλά ως μια από τις σημαντικότερες δημιουργίες της Αναγέννησης σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2006

Ενετοκρατία στην Κρήτη (1211 – 1669)

Ενετοκρατία στην Κρήτη (1211 – 1669)

[περίληψη του αντίστοιχου κεφαλαίου στο : Κρήτη :Ιστορία και Πολιτισμός, του Συνδέσμου Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων Κρήτης(1988), της Χρύσας Α. Μαλτέζου]
[προσαρμογή περίληψης Βασίλης Παπουτσάκης]

Επί αυτοκράτορος Ισαάκιου Β’ Άγγελου(1185-1195), το Βυζάντιο βρίσκονταν σε πλήρως ασταθή και άθλια κατάσταση. Ο Ισαάκιος έκλεινε συμφωνίες επιβλαβείς για την οικονομία, το εμπόριο και το μέλλον της αυτοκρατορίας. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο αδερφός του Αλέξιος Γ’, καταδίωξε τον Ισαάκιο και ανέβηκε ο ίδιος στο θρόνο. Ο γιος του Ισαάκιου, Αλέξιος Άγγελος, προκειμένου να αποκαταστήσει στο θρόνο τον πατέρα του, κατέφυγε στον ηγέτη της Δ’ Σταυροφορίας Βονιφάτιο, μαρκίωνα του Μομφερράτου. Για να εξασφαλίσει την υποστήριξή του, του παραχώρησε εδάφη. Μέσα στα εδάφη αυτά ήταν και η Κρήτη(σύμφωνα με την παράδοση τον Αλέξιο συνόδευαν Κρήτες που συνυποσχέθηκαν τη μεγαλόνησο). Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, στη διανομή εδαφών της διαμελισμένης αυτοκρατορίας, δεν συμπεριλαμβάνονταν η Κρήτη γιατί ανήκε ήδη στον Βονιφάτιο. Λίγους μήνες μετά ο Βονιφάτιος για να πετύχει υην υποστήριξη της Βενετίας στη διαμάχη του με τον Βαλδουιίνο της Φλάνδρας, παραχώρησε την Κρήτη στη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου (Ενετούς) αντί του ποσού των 1000 αργυρών μαρκών. Το 1206 ο γενουάτης Ερρίκος Πεσκατόρε κατέλαβε την Κρήτη. Ακολούθησε σκληρότατος πόλεμος μεταξύ Ενετών-Γενουατών που κράτησε πέντε χρόνια και τελείωσε το 1211 με την οριστική επικράτηση των Ενετών. Έτσι ξεκινά μια περίοδος 450 ετών Ενετοκρατίας και 700 ετών ξενοκρατίας.



Eπί Ενετοκρατίας η Κρήτη χωρίστηκε σε τέσσερα διαμερίσματα:Χάνδακα, Ρεθύμνου, Χανιών και Σητείας. Το διαμέρισμα του Ρεθύμνου ήταν χωρισμένο σε τρεις καστελλανίες : Milopotamo, San Basilio και Amari . Στην Κρήτη χρησιμοποιήθηκε από τους Ενετούς, καθεστώς φέουδων στρατιωτικής μορφής με διοικητικά χαρακτηριστικά ανάλογα της Ενετικής μητρόπολης . Ανώτατη αρχή ήταν ο δούκας με δύο συμβούλους(consiliari). Αυτοί συγκροτούσαν την τοπική διοίκηση(regimen). Ο δούκας είχε την έδρα του στον Χάνδακα και η θητεία του ήταν δύο χρόνια. Στα υπόλοιπα διαμερίσματα Χανίων, Ρεθύμνου, Σητείας την διοίκηση ασκούσαν οι ρέκτορες(rectores) με πολιτικές και στρατιωτικές εξουσίες. Στα Σφακιά υπήρχε καθεστώς ημιανεξαρτησίας. Την εξουσία είχε ο προνοητής (provveditor) με δέκα άντρες. Γενικός στρατιωτικός διοικητής ήταν ο καπιτάνιος(capitan general) με έδρα τον Χάνδακα. Κάθε διαμέρισμα είχε δικό του ταμείο(camera) με προϊστάμενο τον camerario. Στην κατώτερη ιεραρχία ανήκαν οι δικαστές (giudici), οι αγορανόμοι(giustiziarii) και οι αστυνόμοι(domini di nocte). Στο τέλος της θητείας τους οι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι υπέβαλλαν στη μητρόπολη έκθεση (relazione) με στοιχεία για την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί, στο χώρο αρμοδιότητάς τους και κατέθεταν προτάσεις. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων ήταν καταγεγραμμένα στα καπιτουλάρια(capitularia), λεπτομερώς. Οι καστελλάνοι όφειλαν να μεριμνούν για τον άρτιο εξοπλισμό των στρατιωτών, ήταν υποχρεωμένοι να ενημερώνουν το διοικητικό τους κέντρο για τις ποινές και τα πρόστιμα που είχαν επιβάλλει και να τηρούν βιβλίο με τα ονόματα των φρουρών. Απαγορεύονταν να κάνουν εμπόριο τροφίμων και να συμμετέχουν σε μυστήρια ορθοδόξων. Διάφορα συμβούλια με συμβουλευτικό κυρίως χαρακτήρα, πλαισίωναν τις ανώτατες αρχές: το Συμβούλιο των Φεουδαρχών(Consilium Feudatorum), το Μεγάλο Συμβούλιο(Consilium Maius) και το Συμβούλιο των Κλητών(Consilium Rogatorum). Το Συμβούλιο των Κλητών διόριζε ειδική επιτροπή τους Sapientes, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την εισήγηση προτάσεων. Οι ευγενείς και αργότερα οι αστοί μπορούσαν να στέλνουν πρεσβείες στη μητρόπολη με διάφορα αιτήματα, που αφορούσαν συνήθως κατοχύρωση προνομίων.


Στην ανώτατη κοινωνική βαθμίδα ανήκαν οι ευγενείς οι Βενετοί ευγενείς και φεουδάρχες (nobili veneti, feudati). Στα έγγραφα αναφέρονται «ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι αφέντες». Οι ευγενείς ήταν καθολικοί, άποικοι ή απόγονοι αποίκων και είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Οι τίτλοι ευγένειας ήταν κληρονομικοί. Στους πρώτους αιώνες της ενετοκρατίας οι ευγενείς κατείχαν τα μεγαλύτερα φέουδα. Απ’ το 16ο αι. το φεουδαρχικό σύστημα είχα αρχίσει να παρακμάζει. Τα φέουδα είχαν καταμεριστεί, είχαν μεταβιβαστεί σε τρίτους και σημαντικές εκτάσεις είχαν αποχερσωθεί. Έτσι πολλοί από τους παλιούς ευγενείς με τα μεγάλα φέουδα έχασαν και τους τίτλους ευγενείας που είχαν πάψει να έχουν την αρχική τους σημασία και δεν αποτελούσαν πια παρά αντικείμενο συναλλαγών.


Αριστοκράτες δεύτερης κατηγορίας ήταν οι Κρητικοί ευγενείς(nobili cretensi). Η κρητική ευγένεια απενέμετο με διάταγμα του δόγη σε αντάλλαγμα στρατιωτικών, πολιτικών ή και χρηματικών υπηρεσιών. Η ευγένεια αυτή (nobilitas cretensis), που ήταν υποδεέστερη της ενετικής και είχε τοπική αξία, παραχωρήθηκε και σε πολλούς απόγονους της παλαιάς ελληνικής αριστοκρατίας, τους αρχοντορωμαίους, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση που έχει άλλωστε ιστορική βάση, κατάγονταν από τα «δώδεκα αρχοντόπουλα» του Βυζαντίου.

Οι κάτοικοι των πόλεων, όσοι δεν ήταν ευγενείς, ονομάζονταν πολίτες ή αστοί (cittadini , burgenses). Η τάξη αυτή απαρτίζονταν από δημόσιους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες. Στην κατώτερη κοινωνική βαθμίδα ανήκε ο λαός των πόλεων και της υπαίθρου(plebe , populari ή populani , villani ή contadini). Οι χωρικοί διακρίνονταν σε άγραφους (agrafi), απελεύθερους(franchi) και σε παροίκους (villani parici), που δούλευαν στα κτήματα του δημοσίου ή των ιδιωτών. Οι χωρικοί κατέβαλλαν φόρους (ακρόσιχο, καπνικό) και ήταν υποχρεωμένοι σε αγγαρείες και κανίσκια. Αντίθετα οι «τσιταδίνοι» ήταν απαλλαγμένοι από αγγαρείες. Είχαν την υποχρέωση στρατιωτικής θητείας, την καταβολή μικρού φόρου και της παροχής στέγης στους ξένους μισθοφόρους που υπηρετούσαν στην Κρήτη. Η πιο βαριά αγγαρεία ήταν στις γαλέρες. Πολλές φορές σε όσους έπεφτε αυτή η αγγαρεία αναγκάζονταν για να την αποφύγουν να τρέπονται σε φυγή στα βουνά ή να πουλούν τα υπάρχοντά τους για να πληρώσουν αντικαταστάτες, τους λεγόμενους «αντισκάρους». Οι περισσότεροι Κρητικοί ανήκαν στην τάξη των πάροικων.


Πρέπει να σημειωθεί μια χωριστή ομάδα πληθυσμού, η μειονότητα των Εβραίων. Τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας ήταν κυρίως έμποροι και τοκογλύφοι και απέδιδαν υψηλούς φόρους στο δημόσιο και αναγκαστικά δάνεια, κυρίως σε περιόδους στρατιωτικών αναγκών.




Εξέγερση Αλέξιου Καλλέργη στο Μυλοπόταμο το 1283

Το 1283 άρχισε στην Κρήτη η μεγαλύτερη επανάσταση της κρητικής αριστοκρατίας εναντίον των Ενετών με αρχηγό τον ισχυρό άρχοντα του Μυλοποτάμου Αλέξιο Καλλέργη. Στην πραγματικότητα προσπάθησε να εξαναγκάσει τους Ενετούς να του παραχωρήσουν ευρύτατα προνόμια και να του αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία του. Ήξερε πολύ καλά ότι και η ανεξαρτησία της Κρήτης ήταν αδύνατη αλλά και η ένωσή της με το Βυζάντιο επίσης αδύνατο. Εξασφάλισε την υποστήριξη πολλών αρχοντικών οικογενειών, των παροίκων και του κλήρου και ξεκίνησε το σύστημα μικροπολέμου(guerilla), με το οποίο καταπονούσε και εξαντλούσε τις ενετικές δυνάμεις. Πολύ γρήγορα έγινε κύριος της Δυτικής Κρήτης. Επί δέκα χρόνια ακολούθησε την ίδια τακτική. Αυτό το διάστημα ξέσπασε και ο βενετογενουατικός πόλεμος. Ζήτησαν τη βοήθεια του Καλλέργη και οι Γενουάτες και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’. Ο Καλλέργης αποφάσισε ότι ήταν η στιγμή να αποσπάσει ότι επιθυμούσε από τους Ενετούς. Έτσι στράφηκε στην κατεύθυνση των συνθηκολογήσεων που κατέληξαν στη συμφωνία του 1299. Με αυτήν η Ενετία αναγνώριζε την ηγεμονική θέση του Καλλέργη σε αντάλλαγμα του όρκου πίστης και υπακοής στη Βενετική Πολιτεία. Στον Καλλέργη επιστράφηκαν τα κτήματά του και του παραχωρήθηκαν και άλλα. Μπορούσε να τα παραχωρήσει σε όποιον ήθελε, μπορούσε να διατηρεί άλογα, να απελευθερώνει παροίκους, να κυκλοφορεί ελεύθερα στις πόλεις και στα φρούρια και να δέχεται κανίσκια. Ο Καλλέργης αποκτούσε το δικαίωμα να πακτώσει τα μοναστήρια του δημοσίου και του λατινικού πατριαρχείου, καθώς και τις επισκοπές Μυλοποτάμου και Καλαμώνος. Επιτρέπεται να εγκατασταθεί στην περιοχή του Αρίου Έλληνας επίσκοπος. Δικαιούνταν οι Κρητικοί να μεταβαίνουν εκτός Κρήτης για να χειροτονηθούν και ορίστηκε οι παπάδες, οι διάκονοι και τα παιδιά τους, εφόσον δεν ήταν πάροικοι, να μην είναι «διακρατημένοι πάροικοι». Η δυνθήκη της Βενετίας με τον Αλλέξιο Καλλέργη υπήρξε επωφελής για όλους τους Κρητικούς, άρχοντες, κλήρο και παροίκους. Κατοχυρώθηκαν τα προνόμια των αρχόντων μέσα στο ενετικό καθεστώς. Ο Καλλέργης ισχυροποιείται απέναντι στους Ενετούς και απέναντι στους υπόλοιπους άρχοντες. Το 1304 πουλά στη Βενετία 60.000 μουζούρια σιτάρι. Το 1381 η Βενετία παραχώρησε το προνόμιο της βενετικής ευγένειας στο γιο του Αλεξίου, Γεώργιο Καλλέργη


Επαναστάσεις επί Ενετοκρατίας

Οι Κρητικοί με την προοπτική «άλωσης» της βυζαντινής αυτοκρατορίας και την αναμενόμενη «πτώση» της, δέθηκαν περισσότερο με τους τοπικούς άρχοντες (οι οποίοι κατάγονταν από βυζαντινές οικογένειες) και τον κλήρο. Οι αριστοκρατικές αυτές οικογένειες διέθεταν μεγάλη οικονομική και κοινωνική δύναμη και μαζί με τον κλήρο ασκούσαν τεράστια επιρροή στον τοπικό πληθυσμό. Οι εξεγέρσεις στην Κρήτη(που στο σύνολό τους αριθμούν 27) ξεκίνησαν από την πρώτη περίοδο της Ενετοκρατίας και είναι σίγουρο ότι ανάγκασαν τους Ενετούς να τροποποιήσουν ή και να εγκαταλείψουν, αρκετές φορές, τα αρχικά τους σχέδια για το νησί. Επικεφαλής των κινημάτων αυτών ήταν οι τοπικοί άρχοντες, οι οποίοι ωστόσο δεν εξεγέρθηκαν ποτέ όλοι μαζί. Ήδη από τα τέλη της βυζαντινής περιόδου είχαν αναδειχθεί τεράστιες διαφορές μεταξύ των τοπικών αρχόντων. Όλοι τους ήταν φορτισμένοι με την βυζαντινή-αριστοκρατική τους καταγωγή, ενώ μερικοί από αυτούς είχαν εξελιχθεί σε ισχυρούς γαιοκτήμονες-φεουδάρχες με ισχυρές αυτονομιστικές τάσεις, αρνούμενοι να υπακούσουν σε κάποιο κέντρο αποφάσεων. Έτσι δεν κατόρθωσαν ποτέ να αντιτάξουν κοινό μέτωπο επαναστατών κατά των Ενετών.

Εν συντομία οι επαναστατικές κινήσεις των Κρητών, έχουν ως εξής:

1211 – επαναστατικό κίνημα Αγιοστεφανιτών στο Μιράμπελλο και στη Σητεία. Συνθηκολόγησαν τέλη 1212

1219 – ο Βενετός Πέτρος Filocaveno, κλέβει τα άλογα του άρχοντα Ιωάννη Σκορδίλλη Σκαντζέα στο Biniparo(Μονοπάρι) του Ρεθύμνου. Οι Σκορδίληδες κατέφυγαν στον Δούκα της Κρήτης, ο οποίος και δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για το συμβάν. Τότε άρχισαν επίθεση εναντίον των Ενετών που πολύ γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη τη Δυτική Κρήτη. Το ίδιο έτος υπεγράφη συνθήκη με την οποία οι Σκορδίληδες και οι Μελισσηνοί κέρδισαν χρήματα και χωράφια. Ορίστηκαν στρατιωτικές υποχρεώσεις και για τους Κρητικούς, οι βιλλάνοι μπορούσαν να παντρεύονται ελεύθερα, να προικίζουν τις θυγατέρες τους, να γίνονται μοναχοί ή ιερείς, να δωρίζουν την περιουσία τους σε μοναστήρια, μπορούσαν να προσφεύγουν στο Δούκα όταν οι Βενετοί τους αδικούσαν και χορηγήθηκε γενική αμνηστία. Οι Ενετοί εγκαινιάζουν διαλλακτική στάση απέναντι στις επαναστάσεις στην Κρήτη και πολιτική συνθηκολογήσεων. Εγκαταλείπουν, μόλις οχτώ χρόνια μετά την «κατάκτηση» της Κρήτης, τα αρχικά τους σχέδια. Η τοπική αριστοκρατία ενσωματώνεται στους κόλπους του ενετικού καθεστώτος, διατηρώντας προνόμια και οικονομική εξουσία.

1224 – οι Μελισσηνοί με νέα εξέγερση μεγαλώνουν τα φέουδά τους

1228 – κίνημα Σκορδίληδων και Μελισσηνών με την υποστήριξη του αυτοκράτορα Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη. Οι επαναστάτες κατέλαβαν το Ρέθυμνο, τον Μυλοπόταμο και το Καινούργιο. Τελικά στους αρχηγούς της επανάστασης Νικόλαο Δαιμονογιάννη και Μιχαήλ Μελισσηνό παραχωρήθηκαν φέουδα

1233 – ολοκληρώθηκε με τη συνθήκη των δύο Συβριτών, σύμφωνα με την οποία τα κτήματα των αρχόντων διατηρούνται ανέπαφα και ορίζονται τα εδάφη όπου οι Κρητικοί μπορούν να σπείρουν και να βοσκήσουν

1265 – ο βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος αναγνώρισε την κατοχή της Κρήτης από τους Ενετούς

1272-1278, κίνημα Γεώργιου και Θεόδωρου Χορτάτζη στο Ρέθυμνο. Ο Γεώργιος Χορτάτζης σκότωσε έναν φιλοβενετό Κρητικό. Αρνήθηκε να παρουσιαστεί στις βενετικές αρχές και κήρυξε επανάσταση εναντίον των Ενετών. Μετά από αρκετές νίκες, τελικά οι Χορτάτζηδες ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί. Κατέφυγαν στον αυτοκράτορα ο οποίος και τους εγκατέστησε στα παράλια της Μικράς Ασίας.

1283 – κίνημα Αλέξη Καλλέργη στο Μυλοπόταμο. Ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση της Κρητικής αριστοκρατίας εναντίον των Ενετών.

1319 – επανάσταση στα Σφακιά

1330 – εξέγερση στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου με αρχηγό τον Βάρδα Καλλέργη, εξαιτίας της έκτακτης φορολογίας και των καταχρήσεων των Βενετών φοροεισπρακτόρων.

1341- 1349 – επανάσταση Λέοντος Καλλέργη και Ψαρομιλήγγων

1363-1366 – αποστασία Αγίου Τίτου. Δύο βενετικές οικογένειες ( Gradonico και Venier) δυσαρεστημένοι από την αβάστακτη φορολογία ενώθηκαν με τους Καλλέργηδες , κατέλυσαν τη βενετική κυριαρχία και ίδρυσαν αυτόνομη και ανεξάρτητη δημοκρατία υπό την αιγίδα του Αγίου Τίτου, πολιούχου του νησιού. Δούκας εξελέγης ο Μάρκος Γραδόνικος. Η στάση των δύο βενετικών οικογενειών χαρακτηρίστηκε προδοσία από τη Βενετία. Το 1364 οι Ενετοί κατέλαβαν τον Χάνδακα. Οι βενετοί επαναστάτες αποκεφαλίστηκαν ως proditores rebelles. Οι Καλλέργηδες ηττήθηκαν το 1367 στα Σφακιά.

1460-1462 – ισχυρή συνωμοτική κίνηση από το Σήφη Βλαστό, ευγενή του Ρεθύμνου, με μεγάλο αριθμό αφοσιωμένων οπαδών, που αντιδρούσαν στη βίαιη επιβολή της ένωσης των δύο εκκλησιών. Έχει προηγηθεί η άλωση της Κωνσταντινούπολης. Στη σύλληψη των επαναστατών και τη διάλυση της συνωμοσίας βοήθησαν οι φιλοβενετοί Καλλέργηδες και Γαβαλάδες και ο Εβραίος Δαβίδ Μαυρογόνατος.

Το 16ο αι. τα κινήματα στην Κρήτη έχουν έντονο «αγροτικό» χαρακτήρα. Το φεουδαρχικό σύστημα έχει παρακμάσει και ωθούμενοι από τις βιοτικές τους ανάγκες προχωρούν σε διάφορες κινητοποιήσεις απαιτώντας ικανοποίηση διαφόρων πρακτικών αιτημάτων(διεκδίκηση γης και ελευθεριών, μείωση ή κατάργηση αγγαρειών κ.λπ.). Οι άρχοντες είχαν διατηρήσει τα μεγάλα γονικά κτήματά τους και οι εξεγέρσεις τους αποσκοπούσαν στην κατοχύρωση κτημάτων που τους είχε δωρίσει το κράτος, όπου η κεντρική εξουσία διατηρούσε την ψιλή κυριότητα. Οι Κρητικοί γενικά ταυτίζονταν με τους πληθυσμούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εθνική συνείδηση, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, δεν υπάρχει ακόμα επί Ενετοκρατίας, απλά ο Κρητικός ταυτίζει την αυτοκρατορία με την ορθοδοξία. Το χριστιανικό θρησκευτικό αίσθημα του Κρητικού βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο με το ξένο, ετερόδοξο καθολικό και αυτή η διαφορά αρχίζει να θέτει της βάσεις της εθνικής συνείδησης.



Το επαναστατικό πνεύμα που αναπτύχθηκε στην Κρήτη ερμηνεύεται από τις αυτονομιστικές τάσεις των βυζαντινών γαιοκτημόνων (οι οποίοι εκπροσωπούν στη Κρήτη τα «δώδεκα βυζαντινά αρχοντόπουλα» του «κυρ Φωκά» οι οποίοι θεωρούσαν, ακόμα και μετά την άλωση της Πόλης ότι είχαν συγγενικούς δεσμούς με τους αυτοκράτορες) και την αντίστοιχη υπακοή των εργατών γης στους άρχοντές τους, από την υπακοή των Κρητικών στον κλήρο (αφού αυτός ταυτίζεται με συναισθηματικά αυτοκρατορικά ιδεώδη), από τον αντιστασιακό χαρακτήρα όλων των στρωμάτων του Κρητικού πληθυσμού και από τη μορφολογία του Κρητικού εδάφους, που διευκολύνει αντίσταση και πολεμικές ενέργειες. Γι’ αυτό η Κρήτη είναι ο μόνος λατινοκρατούμενος ελληνικός χώρος που διακήρυξε ανοικτά την αντίθεσή της στην ξένη ενετοπαπική κατοχή. Εξάλλου η Κρητική εκκλησία, μέχρι και την πτώση του Βυζαντίου, εξακολουθούσε να θεωρεί ως μόνους νόμιμους ηγεμόνες τους βυζαντινούς αυτοκράτορες(«επί της βασιλείας των ορθοδόξων και φιλοχρίστων ημών βασιλέων»). Γι’ αυτό κυριαρχεί η βυζαντινή τεχνοτροπία το 14ο και 15ο αι. παντού αλλά και οι κτητορικές επιγραφές μνημονεύουν ονόματα βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Η Βενετία βλέποντας ότι η πολιτική της κυριαρχία κινδυνεύει στην Κρήτη, εξαιτίας της επιρροής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απαγόρευσε χειροτονίες ιερέων, κατάργησε τις ορθόδοξες επισκοπές και αφαίρεσε περιουσίες από εκκλησίες και μονές. Στη θέση των ορθόδοξων επισκόπων τοποθετήθηκαν Λατίνοι, προϊστάμενοι του κλήρου ορίστηκαν πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, μισθοδοτούμενοι από το κράτος στο οποίο δήλωναν πίστη. Η προσπάθεια επιβολής στους κρητικούς του φλωρεντιανού όρου πίστης δημιούργησε φανατική αντίδραση στις παπικές διαθέσεις και απέδειξε την πλήρη ταύτιση του κρητικού πληθυσμού με τους πληθυσμούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ανέδειξε τις ιδεολογικές και κατά προέκτασιν πολιτικές διαφορές των Κρητών με τους κατακτητές τους. Αντέδρασε δηλαδή η Κρήτη στην αφομοίωση από τους κατακτητές και στη λήθη της κοινής καταγωγής. Το θρησκευτικό συναίσθημα δηλαδή δημιουργεί τις βάσεις της νέας εθνικής συνείδησης των Κρητικών. Γι΄ αυτό η Κρήτη αισθάνεται ότι είναι υποχρεωμένη να λάβει μέρος στην τελευταία υπεράσπιση της Πόλης και ότι όφειλε να διαφυλάξει ό,τι πολυτιμότερο είχε απομείνει από τη βυζαντινή κληρονομιά.



Ο πληθυσμός της Κρήτης επί Ενετοκρατίας ήταν περίπου 200.000 κάτοικοι.
Συγκεκριμένα

το 1510 είχε 300.000, το 1534 είχε 175.268, το 1571 παρουσιάζεται με 160.000. το 1575 έχει 1070 χωριά και 219.000 κατοίκους και το 1577 έχει 183.798. Το 1583 ο Πέτρος Καστροφύλακας κατέγραψε συστηματικά τον πληθυσμό του νησιού, οπότε το διαμέρισμα του Χάνδακα αναφέρεται με 84.158 κατοίκους, της Σητείας με 22.312, το διαμέρισμα των Χανίων με 48.790 και το διαμέρισμα του Ρεθύμνου με 46.400 κατοίκους. Το 1627, 1639, και 1644 το νησί καταγράφεται με 192.725, 254.00 και 287.165 κατοίκους αντίστοιχα. Στα χωριά κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες ενώ στις πόλεις Ενετοί φεουδάρχες, Ιταλοί έμποροι και Εβραίοι.

Ο ‘μαύρος θάνατος’ δηλαδή η πανώλη έπληττε κατά καιρούς την Κρήτη με αποτέλεσμα να αποδεκατίζεται ο πληθυσμός, κυρίως στα χωριά. Κατά διαστήματα οι Ενετοί αναγκάζονταν να παραχωρούν φορολογικές απαλλαγές, ενετική υπηκοότητα και άλλα προνόμια για να προσελκύσουν πληθυσμό από τα χωριά στις πόλεις του νησιού. Επίσης αρκετές φορές έφταναν στην Κρήτη πρόσφυγες από αλλά μέρη της Ελλάδας που τις πιο πολλές φορές τους παραχωρούνταν προνόμια και γη. Το 1363, ύστερα από αίτημα του αρχιεπισκόπου Αρμενίων, εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη δύο χιλιάδες Αρμένιοι που εκδιώχθηκαν από τους Τούρκους. Το 1543, η βενετική σύγκλητος αποφάσισε να αποζημιώσει τους κατοίκους της Μονεμβασιάς και του Ναυπλίου, που έχασαν τις περιουσίες τους κατά τη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου, παραχωρώντας τους εκτάσεις στο Λασίθι.


Ως τα τέλη του 15ου αι. οι Τούρκοι είχαν περιοριστεί σε μεμονωμένες πειρατικές επιθέσεις εναντίον της Κρήτης. Η σημαντικότερη απ’ αυτές ήταν του 1471, που ο Τουρκικός στόλος κατέστρεψε πολλά χωριά της Σητείας. Το 1522 επιτέθηκαν στην Ιεράπετρα και το 1527, στα Χανιά. Το 1538, στη διάρκεια του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου, η τουρκική αρμάδα με επικεφαλής τον Χαϊρεδίν Μπαρμπαρόσσα, επιτέθηκαν σε ολόκληρη τη βόρεια Κρήτη, έκαψαν όλα τα χωριά γύρω από το Φόδελε και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε όλο σχεδόν το Μυλοπόταμο. Αυτή την περίοδο πολλοί Κρητικοί άρχοντες προσέφεραν μεγάλη βοήθεια στους Ενετούς. Το 1567 είχαμε νέες λεηλασίες και αιχμαλωτισμούς από τους Τούρκους υπό τον Σουλτάν Σελήμ και το 1571 από τον Ουλούτς Αλή. Όλες αυτές οι επιθέσεις ανέδειξαν τον ανερχόμενο τουρκικό κίνδυνο και την αναγκαιότητα της ενίσχυσης της άμυνας του νησιού, οπότε προχώρησαν στην κατασκευή οχυρωματικών έργων και επί τη ευκαιρία στην ανέγερση διαφόρων δημόσιων κτιρίων. Δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά από τη Γαληνοτάτη για την κατασκευή των φρουρίων και συγχρόνως επιβαρύνθηκαν οι κάτοικοι με έκτακτους φόρους και αγγαρείες.



Εμπόριο και οικονομία

Τα σημαντικότερα εξαγόμενα της Κρήτης ήταν το κρασί, το λάδι το τυρί και το σιτάρι της Μεσσαράς. Το σιτάρι της Μεσσαράς αποστέλλονταν στην Κάρπαθο, Σαντορίνη και Κύθηρα. Τα κρασιά ήταν φημισμένα στη Φλάνδρα, Πορτογαλία και στην Αγγλία. Επί Ερρίκου Η’, οι εξαγωγές κρητικών κρασιών στην Αγγλία είχαν τόσο αυξηθεί, που ο βασιλιάς αναγκάστηκε το 1522, να στείλει πρόξενο στην Κρήτη. Τα κρητικά τυριά κυκλοφορούσαν κυρίως στον ελληνικό χώρο, ενώ το κρητικό λάδι τις καλές χρονιές έφτανε τα πεντακόσια χιλιάδες μίστατα. Εκτός αυτών η Κρήτη παρήγαγε και μέλι, μπαμπάκι, σταφίδες, κερί, οπωρικά και ζαχαροκάλαμο. Αργότερα γνώρισε μεγάλη άνθιση η εξαγωγή ξυλόγλυπτων κάθε είδους. Από τη δύση εισάγονταν υφάσματα, κρύσταλλα, γυαλιά, χαρτί, καρφιά, μαχαιροπήρουνα, και από την Ανατολή έφταναν μπαχαρικά, φαρμακευτικά βότανα, αραβική γόμα, παστά και χαβιάρι. Τα κρητικά λιμάνια έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη του ενετικού εμπορίου. Ο Χάνδακας αναφέρεται ως «anima» (ψυχή) της Βενετίας. Στον 14ο και 15ο αι. μεγάλη ακμή γνώρισε και το εμπόριο των σκλάβων στην Κρήτη. Στα έγγραφα του 13ου και 14ου αι., αναφέρονται πολλοί Κρητικοί ως έμποροι. Συνέταιροι είτε Βενετών ή Εβραίων. Το 1589 ο Ιωάννης Mocenigo, γράφει ότι οι Κρητικοί ταξιδεύουν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, Συρία, Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Αιγαίο και άλλους τόπους της Τουρκίας με όλων των ειδών τα πλοία και τα καΐκια. Εκείνη την εποχή όταν γεννιόταν ένα παιδί λέγονταν ότι γεννιόταν ένας ναυτικός. Από το 16ο αι., η συνειδητοποίηση του τουρκικού κινδύνου, ανάγκασε τους Ενετούς να προσεγγίσουν τους ντόπιους. Έτσι έλαβαν μια σειρά από μέτρα που είχαν ως αποτέλεσμα την ειρηνική συμβίωση ορθόδοξων και καθολικών, τη χειραφέτηση των παραγωγικών τάξεων και την ισότιμη συμμετοχή των Κρητικών στις οικονομικές δραστηριότητες. Η Κρήτη δεν είναι ένας απλός εμπορικός σταθμός αλλά τμήμα του Ενετικού κράτους. Παραχωρήθηκαν θρησκευτικές ελευθερίες με σκοπό τη συνεργασία σε κάποια αναμενόμενη πλέον τουρκική εισβολή. Η φεουδαρχία είχε παρακμάσει. Τα φέουδα είχαν κατατεμαχιστεί και είχαν εμφανιστεί ιδιοκτήτες Κρητικοί μη ευγενείς. Τα μεγάλα φέουδα δεν καλλιεργούνταν πια με το σύστημα των δουλοπάροικων αλλά με το σύστημα της μίσθωσης. Έτσι εμφανίστηκε μια μικρή αλλά ισχυρή αστική κοινωνία. Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Κρήτη ήταν ανάλογες με αυτές των δυτικοευρωπαϊκών πόλεων, οι οποίες είχαν δημιουργήσει την αναγέννηση. Έτσι ήταν επόμενο η Κρητική αστική τάξη να παρασυρθεί από την πολιτισμική επανάσταση που γινόταν στη Δύση. Οι Κρητικοί ήταν κληρονόμοι ενός πλούσιου πολιτισμού, του βυζαντινού, αφομοίωσαν τις ευρωπαϊκέ επιρροές, ενσωμάτωσαν αυτές τις επιρροές στο πολιτιστικό τους υπόβαθρο και δημιούργησαν τον Κρητικό πολιτισμό. Ανανέωσαν και τον πνευματικό και τον καλλιτεχνικό πολιτισμό που κατείχαν. Οι σγουράφοι, οι μουράροι, οι πετροκόποι, οι μαρμαράδες, οι ραφτάδες, οι χρυσαφάδες, οι σκουφάδες, οι δοξαράδες, οι σκοινοπλόκοι, οι σαϊτάδες, οι τσαγγάρηδες, οι καλυκάδες και άλλοι επαγγελματίες ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες, που η κάθε μία είχε ως κέντρο τη δική της εκκλησία και ανέπτυσσε εκτός από την επαγγελματική δραστηριότητα και κοινωφελή. Από τα νοταριακά έγγραφα της εποχής, τα προικοσύμφωνα και τις διαθήκες φαίνεται ότι το 16ο αι., το ελληνικό στοιχείο ευημερεί. Ανώτερος υπάλληλος γράφει ότι «ο πλούτος των ευγενών και των αστών φαίνεται από τα ακριβά φορέματα, τις γιορτές, τα συμπόσια και τις κηδείες, που τελούνται με ασυνήθιστη πολυτέλεια. Αντιθέτως οι κάτοικοι των χωριών υπέφεραν από την εκμετάλλευση των φεουδαρχών και των ανωτέρων κρατικών υπαλλήλων. Έτσι οι χωρικοί αντιμετώπιζαν ευνοϊκά τις εχθρικές εισβολές και αδιαφορούσαν για το ποιος κατείχε το νησί. Μερικές φορές μάλιστα, προσχώρησαν Κρητικοί σε τουρκικά στρατεύματα πιστεύοντας ότι η Τουρκική κατοχή ίσως επιφύλασσε ένα καλύτερο μέλλον.


Σύζευξη Ενετικού και Κρητικού πολιτισμού

Το φυσικό περιβάλλον της Κρήτης και ο χαρακτήρας των κατοίκων της, με όλα τα πολιτιστικά στοιχεία που αυτός περιείχε, επέδρασαν άμεσα στους Ενετούς που μετακόμισαν στο νησί. Ήδη από τα τέλη του 13ου αι., μνημονεύονται και επιγαμίες μεταξύ Ελλήνων και ενετών. Η σύσφιγξη των σχέσεων έγινε εντονότερη από τα μέσα του 16ου αι., οπότε και αμβλύνονται οι θρησκευτικές διαφορές, επέρχεται οικονομική εξίσωση Κρητικών και ξένων, κυρίως στις πόλεις, και η μητροπολιτική Βενετία στρέφεται προς τον ντόπιο πληθυσμό και τον υπολογίζει πολιτικά, λόγω του ανερχόμενου τουρκικού κινδύνου. Η μακρόχρονη ειρηνική συμβίωση είχε ως αποτέλεσμα ένα γόνιμο πολιτιστικό διάλογο, που κατέληξε προοδευτικά σε μια κοινή πολιτιστική έκφραση, την ιταλοκρητική. Η Κρήτη, ήταν φορέας βυζαντινής παράδοσης που το 16ο αι., απορροφούσε αναγεννησιακούς κραδασμούς, αφομοίωνε τα «εύπεπτα» στο χαρακτήρα της στοιχεία, τα αναδημιουργούσε και τελικά τα χρησιμοποιούσε και παρέδιδε, με τον δικό της κρητικό τρόπο. Η Κρήτη διατηρούσε τη μνήμη της Πόλης, αποδεσμευμένη όμως από την κηδεμονία της αλωμένης βυζαντινής πρωτεύουσας, στράφηκε προς άλλες κατευθύνσεις, δυτικές και κυρίως ιταλικές. Συνεκτικός δεσμός της Κρητικής αστικής κοινωνίας με την αναγεννώμενη αστική της Βενετίας, ήταν η ελληνική γλώσσα. Πέραν της γοητείας που αυτόνομα διαθέτει η ελληνική γλώσσα, ως εργαλείο γνώσης και στοιχείο επιπέδου μόρφωσης εκείνη την εποχή σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι ίδιοι οι Ενετοί της Κρήτης μιλούσαν το 16ο αι., μόνο ελληνικά ή τουλάχιστον μια μορφή ελληνικής γλώσσας εμπλουτισμένη με ελληνοποιημένα ιταλικά. Σε πολλές εκθέσεις αξιωματούχων από τη Βενετία παρουσιάζεται η γλωσσική αφομοίωση και η θρησκευτική διάβρωση των παλαιών βενετικών οικογενειών. Ο Ιάκωβος Foscarini γράφει ότι οι παλιοί Ενετοί «έχουν ξεχάσει εντελώς την ιταλική γλώσσα και, επειδή δεν υπάρχει σε κανένα χωριό του νησιού η δυνατότητα να λειτουργηθούν σύμφωνα με το λατινικό δόγμα, είναι αναγκασμένοι μένοντας στο χωριό…να βαφτίζουν τα παιδιά τους, να παντρεύονται και να θάβουν τους νεκρούς τους, σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα και τα ελληνικά έθιμα. Και αυτοί είναι οι Βενιέρηδες, οι Μπαρμπαρίγοι, οι Μοροζίνηδες, οι Μπόνοι, οι Φοσκαρίνηδες, οικογένειες σε όλα ελληνικές…». Το 1584, ο Giulio Garzoni διαπιστώνει ότι οι Βενετοί της Κρήτης μπορούσαν να ονομάζονται Έλληνες. Στο συμβούλιο του 1610 παρουσιάστηκαν 30 Ενετοί και 70 Κρητικοί. Οι Ενετοί σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις γραπτές μαρτυρίες θεωρούσαν πατρίδα τους την Κρήτη, γλώσσα τους την ελληνική και έθιμα καθαρά κρητικά.


Απ’ την άλλη στη Βενετία είχε συγκεντρωθεί μετά την άλωση της πόλης, πλήθος Ελλήνων, όπου μεταβίβασαν τις γνώσεις τους, τις επιχειρήσεις τους και τους πόθους τους. Αισθανόταν ασφαλής κάτω από την προστατευτική εξουσία της Βενετίας, χριστιανικού κράτους, ικανού να αναλάβει τον αγώνα κατά των Τούρκων. Η ιδεολογική αυτή ροπή παρατηρήθηκε σε ευρύ κύκλο Ελλήνων και Ιταλών ανθρωπιστών. Το 1461 ο Φραγκίσκος Φίλελφος ονόμαζε τη Βενετία, πόλη των πόλεων («urbs urbium»), ονομασία με την οποία ήταν γνωστή η Κωνσταντινούπολη. Το 1468 ο Βησσαρίων δήλωνε ότι θεωρούσε πατρίδα του τη Βενετία, δεδομένου ότι ήταν «ένα άλλο Βυζάντιο». Η Βενετία, μετά την πτώση του Βυζαντίου είχε εξελιχθεί σε κέντρο ελληνικών γραμμάτων. Βασικό κύτταρο αυτού του κέντρου εξελίχτηκαν Κρητικοί.


Τέλος Ενετοκρατίας

Όταν οι Τούρκοι έδειξαν τις φανερές βλέψεις τους έναντι της Κρήτης, της μοναδική πλέον στρατιωτικής βάσης που διέθετε η Δύση στη λεκάνη της Οθωμανικής Ανατολικής Μεσογείου, οι Κρητικοί στη μεγάλη τους πλειοψηφία, κυρίως οι αστοί στάθηκαν στο πλευρό των Ενετών. Οι κάτοικοι της υπαίθρου ήταν στην πλειοψηφία τους αδιάφοροι στην προβλεπόμενη μεταβολή εξουσίας, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που προσχώρησαν στο Τουρκικό στρατόπεδο. Την περίοδο που η Βενετία βρίσκονταν σε οικονομική παρακμή, η Δύση σπαράσσονταν από τον τριακονταετή πόλεμο, οι Τούρκοι, αποφάσισαν να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στις συγκοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου.

Το 1644 Ιωαννίτες ιππότες αιχμαλώτισαν έξω από τη Ρόδο τούρκικο καράβι που μετέφερε αξιωματούχους για προσκύνημα στη Μέκκα. Η Υψηλή Πύλη κατηγόρησε τους Ενετούς ότι έδωσαν καταφύγιο στους επιδρομείς και κήρυξαν τον πόλεμο. Το 1645 οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στη Σούδα Χανίων, χωρίς καμία αντίδραση κατέλαβαν τα Χανιά. Το 1648 άρχισε η μοναδική σε διάρκεια στην παγκόσμια ιστορία πολιορκία του Χάνδακα, που κράτησε εικοσιένα χρόνια. Μέχρι το 1669 οι Τούρκοι είχαν καταλάβει όλη την Κρήτη. Όπου συναντούσαν αντίσταση λεηλατούσαν και κατέστρεφαν. Επικεφαλής των χριστιανικών στρατευμάτων ορίστηκε ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Morosini. Από τους Κρητικούς που πολέμησαν με ηρωισμό και αυτοθυσία δίπλα στους Ενετούς πρέπει να αναφερθεί ο διαπρεπής λόγιος Γεράσιμος Βλάχος, μετέπειτα μητροπολίτης Φιλαδελφείας στη Βενετία. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1669 υπεγράφη η συνθήκη με την οποία η Κρήτη γίνονταν οθωμανική κτήση. Κρητικοί πρόσφυγες ζήτησαν άσυλο και τους δόθηκε στη Βενετία και σε άλλες βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.



σχετικά με την Ενετοκρατία και ύστερη Βυζαντινή περίοδο και στις διευθύνσεις :




Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006

Η Παναγία του Μπαλή στη Σίφνο

Η Παναγιά του Μπαλή στη Σίφνο

Ο Παύλος Βλαστός κετέγραψε το 1893, στο χωριό Αρτέμωνας της Σίφνου μια παράδοση του νησιού σύμφωνα με την οποία η εικόνα της Θεοτόκου με το όνομα «Παναγία του Μπαλή» έχει μεταφερθεί εκεί από την Κρήτη και και μάλιστα από καλόγερους της Μονής Μπαλί, κατά την εποχή που οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη. "Παναγία του Μπαλή", ονομάζεται κα ο ναός των Εισοδίων στον οποίο ανήκει:
Την παράδοση μετέφερε στο Βλαστόμια γυναίκα που ονομάζονταν Φλώρα Ηλία Βλατάκη, καταγομένης εκ Σίφνου to 1893 :
" Εκ παραδόσεως των κατοίκων είναι γνωστόν οτι η εικών αύτη της Παναγίας του Μπαλή ήτο κτήμα της ομωνύμου αυτής μονής της εv τη παραλία Μυλοποτάμου κείμενης, Μονή του Μπαλή και σήμερον λεγομένης και ο λιμενίσκος του Μπαλή εν Κρήτη. Ότι ήλθεν εις Σύφνον φαίνεται κατά την άλωσιν της Κρήτης μετά τι νων καλογήρων αναχωρησάντων εκ της νήσου ένεκεν των κατα στροφών και ερημώσεων των Τούρκων κατακτητών και παραλα βόντων μεθ' εαυτών την Ιεράν ταύτην εικόνα μετ' άλλων ιερών σκευών της εν Μπαλή της Κρήτης ιερας μονής, έκτοτε δε διαμένει εν τω ανακαινισθέντι εν Σύφνω ναώ τη σννδρομή των ορθοδόξων ευσεβών κατοίκων της νήσου, θεραπεύονσα τους πιστώς αυτήν προσερχομένους και δεομένους ευλαβών την χάριν της Θεομήτορος. Eι και φέρει δε ο ιερός ναός ούτος του χωρίου Αρτέμωνος το όνομα της εικόνος "η Παναγία του Μπαλή", δεν διαμένει ποτέ η εικών εν τω ναώ, ειμή την ημεραν της μνήμης αυτής, ήτοι την εορτήν των Eισoδίων. Ευλαβείας ένεκεν και θρησκευτικού ζήλου έκαστος των κατοίκων του Αρτέμωνος την παραλαμβάνει εν τη οικία του και την έχει εν ιδιαιτέρω καθαρώς ευπρεπισμένω δωματίω ως εικονοστάσιον, ανάπτων ακoíμητov κανδύλαν, είναι δε και πας τις ελεύθερος να εισέλθη εις τον οίκον τούτον να προσκυνήση και προσφέρη αυτή τα άφιερώματά του, άτινα αποστέλλονται κατόπιν υπό του ιδιοκτήτου της οικίας εις τον ναόν αυτής»

Οι Κρητικοί που εγκατέλειπαν το νησί, με την εισβολή των Τούρκων, το 1646, πήγαιναν κυρίως σε ενετικές κτήσεις ή σε περιοχές τουρκοκρατούμενες όχι όμως με δυσβάκτατες συνθήκες. Στη Σίφνο είχαν παραχωρηθεί αρκετά προνόμια, οπότε θα μπορούσαν να πάνε εκεί Κρητικοί. Σε πολλές περιπτώσεις Κρητικοί φεύγοντας από την Κρήτη έπαιρναν μαζί τους εικόνες από τα μοναστήρια τους και τις εκκλησίες τους, δίνοντάς τους χαρακτηριστικά ομφάλιου λώρου με τη γενέθλια γη. Η σύγχρονη έρευνα απέδειξε ότι αρκετές οικογένειες της Σίφνου έχουν κρητική καταγωγή και πολλά εικονίσματα έχουν κρητικλη προέλευση, όπως ο άγιος Δημήτριος του Εμμ. Σκορδίλη, στην Αγία Αικατερίνη του Κάστρου. Σύμφωνα με την παράδοση τη μονή Αττάλης ίδρυσε ή ανακαίνισε ένας Μπαλής. Το επίθετο Μπαλής το έχει μια οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, είναι όμως και διάσπαρτο σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Οπότε δε θα ήταν καθόλου παράξενο η Παναγιά του Μπαλή στη Σίφνο και η μονή Αττάλης του Μπαλή να ιδρύθηκαν ή ανακαινίστηκαν από ένα Μπαλή νησιώτη ή Κωνσταντινουπολίτη, σ’ αυτή την περίπτωση το Μπαλή έχει μάλλον σχέση με τον χορό(μπάλο). Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή το Μπαλή του Μυλοποτάμου, επί τουρκοκρατίας καταγράφηκε ως Μπαλί. Από αρσενικό έγινε ουδέτερο και από επίθετο εσήμαινε πλέον μέλι, αφού ο τόπος φημίζεται για το περίφημο μέλι του. Πάντως σε πάρα πολλά έγγραφα το συναντάμε ως Μπαλή ή Βαλή και μάλιστα στη γενική άρα κλιτό, αρσενικό, μέχρι που καθιερώθηκε οριστικά το Μπαλί. Ακόμα και σήμερα πάντως υπάρχει το οικογενειακό όνομα του Βαλή στη Σίφνο. Καθόλου παράξενο η παράδοση να ισχλυει αντίστροφα, δηλαδή εκδιωγμένοι Βαλήδες από τη Σίφνο να κατέληξαν στο Μυλοπόταμο και να ίδρυσαν εκεί τη μονή του Προδρόμου του Βαλή και επί του Ενετικότερου του Μπαλή.

Στο παραπάνω κείμενο του Βλαστού φαίνεται ότι οι κάτοικοι της Σίφνου γνώριζαν τη μονή του Μπαλή το 19ο αι. , αν και το πιο πιθανό είναι και η δική τους μονή να δημιουργήθηκε από κάποιον Μπαλή της Κωνσταντινούπολης ή άλλου νησιού. Είναι σίγουρο ότι το 1854 την Παναγία της Σίφνου ανακαίνισε κάποιος Μπαλής από την Κωνσταντινούπολη. Όμως ο Μπαλής αυτός ανακαίνισε το ναό για συναισθηματικούς λόγους γιατί ο ναός ονομάζονταν ήδη του Μπαλή. Γι’ αυτό στην παράδοση που αναφέρεται η γυναίκα της Σίφνου δεν αναφέρει καθόλου την ανακαίνιση της εκκλησίας από τον Μπαλή, αφού η εκκλησία ονομάζονταν ήδη του Μπαλή.

Άρα όλα συνηγορούν στη μεταφορά της Παναγίας του Μπαλή στη Σίφνο από καλόγερους της μονής Προδρόμου στο Μπαλί Μυλοποτάμου


Από "τα Μοναστήρια και Ερημητήρια" του Νίκου Ψιλάκη

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ των μοναστηριών ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ των μοναστηριών ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ



Το φορολογικό σύστημα επί Ενετοκρατίας και την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης ατομικής ιδιοκτησίας. Βόλευε καλύτερα τους κατοίκους της περιοχής, η προσφορά εργασίας στα μοναστήρια και στα διάφορα μετόχια των μοναστηριών, αφού έτσι ελέγχονταν καλύτερα η απόδοση φόρων και αγγαρειών. Μετόχια του Βωσάκου ήταν οι Σίσες, οι Δαφνέδες και το Γαράζο (παρατηρούμε ότι τα χωριά Σίσες , Δαφνέδες και Γαράζο αναπτύχθηκαν σε πρώτη φάση γύρω από ναούς Κοιμήσεως της Θεοτόκου). Οι κάτοικοί τους ήταν εργάτες στα μετόχια. Ο Βώσακος ήταν επίσης "εξαρτημένος", κατά κάποιο τρόπο ή σε άμεση σχέση με τα υπόλοιπα μοναστήρια του Μυλοποτάμου δηλαδή τα μοναστήρια Χαλέπας, Δισκουρίου και Αττάλης και πολλές φορές συμπλήρωνε το ένα το άλλο. Αν θέλουμε να ερευνήσουμε την ιστορία των Σισών αλλά και των Δαφνέδων και του Γαράζου πρέπει να λάβουμε υπόψιν την ιστορία της μονής Βωσάκου αλλά και των υπόλοιπων μοναστηριών του Μυλοποτάμου. Τον τρόπο οργάνωσής τους, το φεουδαρχικό τους σύστημα, την οικονομική τους εξέλιξη και κατάσταση ανά περίοδο και τη συμμετοχή που είχαν στα διάφορα ιστορικά γεγονότα τους τελευταίους πέντε αιώνες. Μέχρι το 1870, σε περίπτωση που ο Βώσακος υπέφερε, υπέφεραν και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής. Μετά το 1870 οι μοναστηριακές περιουσίες ενοικιάζονται ή υφαρπάζονται οπότε αρχίζει η ανεξαρτητοποίηση των κατοίκων από τα μοναστήρια, η οικονομική τους αυτοτέλεια, ο αντίστοιχος μαρασμός των μοναστηριών και η ανανέωση της περιοχής με νέο ανθρώπινο δυναμικό. Παρακάτω παρουσιάζεται χρονολόγιο των μοναστηριών Μυλοποτάμου.


451 Επισκοπή Ελευθέρνης

535 Επισκοπή Αξού
1300(περίπου) Επισκοπή Αρίου στα Αγρίδια Μυλοποτάμου

12ο - 14ο αι. ιδρύεται η μονή Βωσάκου

1299 η Βενετία παραχωρεί «βενετική ευγένεια» στον γιό του Αλέξιου Καλλέργη, Γεώργιο. Στην πραγματικότητα συνεχίζουν οι Καλλέργηδες να είναι «ηγεμόνες-φεουδάρχες» του Μυλοπόταμου
1300(περίπου) Επισκοπή Αρίου στα Αγρίδια Μυλοποτάμου

1400-1600 τοιχογραφίες γυναικείας μονής Αγίας Μαρίνας πολύ κοντά στη μονή Χαλέπας

1195 χτίζεται ο πρώτος ναός Τιμίου Σταυρού στο Βώσακο

1538 πειρατική επίθεση Μπαρμπαρόσα στο Ρέθυμνο, καταστρέφει όλα τα παραθαλάσσια μοναστήρια

1555 αναφέρεται σε νοταριακό πληρεξούσιο η μονή Χαλέπας

1567 πειρατική επίθεση Ουλούτς Αλή

1571 πειρατική επίθεση Σουλτάν Σελήμ

1576 επίτροπος της μονής Χαλέπας ο Μανουήλ Γκρεκός

1600 οι καλόγριες της μονής Χαλέπας δεν αναγνωρίζουν τον πνευματικό που ορίζει η ηγουμένη Υπομονή και απευθύνονται για εξομολόγηση στον πρώην πνευματικό τους Ιωακείμ

1628 αναφέρεται σε νοταριακό έγγραφο η μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, "του Αττάλη", δηλ. του Αγίου Ιωάννη στο Μπάλί.

1630 χτίζεται μεγάλο μοναστήρι στο Βώσακο (ως εγγύηση και συνέχιση των παραθαλάσσιων μοναστηριών στους πρόποδες του Κουλούκωνα : μονή Αγίων Πατέρων στα Καλά Χωράφια, μονή Αγίου Ιωάννη Σισών, Μονή Αγίου Φανουρίου Σισών)

1630 οι αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες για Βώσακο, αρχίζει η ακμή του μοναστηριού και ολοκληρώνεται η διάλυση Αγίων Πατέρων, Αγίου Ιωάννη Σισών και Αγίου Φανουρίου.

1630 αναφέρεται από τον Βασιλικάτα ο οικισμός Δισκούρι, πρόκειται για τη μονή Δισκουρίου.

1635 οικοδομείται η κεντρική πύλη της μονής Αγίου Ιωάννη Αττάλης (όπως διαπιστώνεται από την επιγραφή της πύλης), από τον ιερομόναχο Παχώμιο(πιστεύεται ότι είναι ο Παχώμιος Καφάτος από τη μονή Θεοτόκου Βατέ στο Μελισσοσουργάκι, γιατί την ίδια περίοδο ο Παχώμιος πραγματοποίησε επισκευαστικές εργασίες στην Παναγιά Βατέ στο Μελισσουργάκι).

1646 ολοκληρώνεται η κατάληψη του νομού Ρεθύμνης από τους Τούρκους με την κατάληψη και καταστροφή της μονής Αγίων Πατέρων

1646 - 1669 κατάκτηση Κρήτης από τους Τούρκους ο παραθαλάσσιος Μυλοπόταμος αποτελεί στρατηγικό σημείο για την κατάληψη του Ηρακλείου και αποτελεί χώρο πολεμικών επιχειρήσεων

1646 - 1669 οι καλόγριες της μονής Χαλέπας κατεσφάγησαν ή αναγκάστηκαν σε φυγή. Η Χαλέπα ερημώνει κατά την περίοδο της κατάκτησης. Οι εργασίες ανοικοδόμησης ολοκληρώνονται το 1673(χρονολογία του πυλώνα της μονής) από το μοναχό Ιερεμία Σγουρό, δηλαδή η μονή έχει μετατραπεί σε αντρική και γίνεται μετόχι της πιο κοντινής μονής, του Βωσάκου.

1669 πτώση Χάνδακος (Ηρακλείου)

1669 ηγουμενοσυμβούλιο του Βωσάκου ζητά απ' τον κατακτητή του Χάνδακος Φαζίλ Αχμέτ Πασά Κιοπρουλή προστασία και φορολογική απαλλαγή(τελικά η μονή ακολούθησε τις φορολογικές αποφάσεις που αποφασίστηκαν για όλα τα μοναστήρια)

1669 ολοκληρώνονται οι οικοδομικές εργασίες στη μονή. Η πύλη φέρει ημερομηνία ΑΧΞΘ δηλ. 1669

1673 ολοκληρώνεται η κρήνη που μεταφέρει νερό από 600 μέτρα μακριά. Έργο δύσκολο για εκείνη την εποχή και περιοχή. Η κρήνη φέρει ημερομηνία ΑΧΟΓ δηλ. 1673

1676 ανακήρυξη "μονής Βωσάκου και του μετοχιού Χαλέπας" σε σταυροπηγιακή από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ'.

1692 αποκαθίστανται οι ζημιές που έχουν προκληθεί στη μονή Αττάλης από τους Τούρκους κατά την περίοδο

1646-1669(σύμφωνα με την επιγραφή της πύλης).

1740 ο Βώσακος και όλα τα σταυροπηγιακά μοναστήρια Κρήτης απώλεσαν τη σταυροπηγιακή τους ιδιότητα, προς ενίσχυσιν του νέου μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμου Λετίτζη(ήταν μητροπολίτης την περίοδο 1725-1756)1759 ολοκληρώνεται επί ηγουμένου Μάξιμου Βεργίτση η κατασκευή της περίτεχνης βρύσης της μονής Χαλέπας

1761 ολοκληρώνεται η κρήνη στο χώρο της μονής Αττάλης

1769 ο πατριάρχης Θεοδόσιος Β' εκδίδει νέο σιγίλιο σύμφωνα με το οποίο όλα τα σταυροπηγιακά μοναστήρια μετατρέπονταν σε ενοριακά.

1783 περίπου ανεξαρτητοποιείται η μονή Χαλέπας από το Βώσακο

1791 ο Πατριάρχης Νεόφυτος Ζ'(Πατριάρχης από το 1789-1794), ζητά από τον Μητροπολίτη Κρήτης Μάξιμο, να ερευνήσει τη διαμάχη μεταξύ των μονών Βωσάκου και Χαλέπας με τον Επίσκοπο Αυλοποτάμου Παρθένιο και να τον ενημερώσει σχετικά.

1791 ανανέωση σταυροπηγιακής αξίας της Χαλέπας, αφού πλέον δεν είναι μετόχι του Βωσάκου.

1791 ολοκληρώνεται κρήνη έξω από τη μονή Αττάλης, επί ηγουμένου Γεδεών

1798 ανανέωση σταυροπηγιακής αξίας μονής Βωσάκου από Γρηγόριο Ε' έπειτα από έντονες διαμάχες μεταξύ των μονών και του Επισκόπου Αυλοποτάμου Παρθένιου, που είχε την έδρα του στο Καστέλι Μυλοποτάμου.

1808 η μονή Δισκουρίου δέχτηκε επιδρομή Τούρκων που κατέστρεψαν το μοναστήρι και το ναό του Αγίου Γεωργίου.

1817 ο περιηγητής Ζίμπερ από τη Βοημία κατατάσσει τη μονή Χαλέπας στα μικρά μοναστήρια της περιοχής

1818 αναφέρεται η μονή Χαλέπας στη Χωρογραφία(άγνωστου συγγραφέα)

1821 πυρπόληση της μονής και της βιβλιοθήκης του Βωσάκου από τους Τούρκους

1821 εκτέλεση 17 ή 18 καλογέρων του Βωσάκου στη θέση Φιδαλώνια

1821 η μονή Χαλέπας έχει 70 καλόγερους και ηγούμενο το Νέστορα Κοκκινίδη(οπλαρχηγό κατά την Επανάσταση του 21)

1821 ο Ασίμ πασάς κατέστρεψε όλα τα κελιά της μονής Χαλέπας

1822 στρατοπεδεύει στη μονή Χαλέπας ο Χασάν πασάς, γαμπρός του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Οι οπλαρχηγοί του Μυλοπόταμου του προξένησαν μεγάλες καταστροφές.

1823 σφαγή των καλογέρων Χαλέπας από τον Χασάν. Σώζονται μόνο τρεις, οι Νέστωρ Κοκκινίδης, Μάξιμος Βαρσαμής και Νεόφυτος Χαιρέτης.

1824 Επικηρύχθηκε ο Νέστωρ Κοκκινίδης. Ο Χασάν του χάρισε τη ζωή γιατί κατόρθωσε να εισχωρήσει νύχτα στη σκηνή του, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς. Μέχρι το 1919 το όπλο του βρίσκονταν στο Βώσακο.

1824 πυρπόληση Σπηλαίου Μελιδονίου από Τούρκους (σε αυτό είχαν καταφύγει 370 άμαχοι και 30 οπλισμένοι)

1824 πυρπολείται από τους Τούρκους η μονή Δισκουρίου. Μένει ακατοίκητη μέχρι το 1830. Το 1866 μας πληροφορεί ο Πετροπουλάκης από τη Μάνη που έχει έρθει να πολεμήσει στο πλευρό των Κρητικών, ότι το μεγαλύτερο μέρος της μονής Δισκουρίου ήταν ερειπωμένο.

1825 αναλαμβάνει ηγούμενος της μονής Χαλέπας ο Νέστωρ Κοκκινίδης

1830 άμαχοι συγκεντρώνονται στον όρμο του Μπαλί με σκοπό να διαφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Τούρκικα πλοία βομβάρδισαν τους καταυλισμούς των προσφύγων σκοτώνοντας πολλά γυναικόπαιδα.

1830 ολοκληρώνεται το τέμπλο του Αγίου Γεωργίου, της μονής Δισκουρίου

1832 εκλέγεται Επίσκοπος Αυλοποτάμου ο Καλλίνικος Νικολετάκης, αφιέρωσε την περίφημη εικόνα του Αγίου Γεωργίου, στο Δισκούρι. Πάνω σ' αυτή ορκίζονται οι βοσκοί και αρνούνται ζωοκλοπές που τους προσάπτουν.

1830-1840 ανοικοδομείται η μονή Χαλέπας υπό την επίβλεψη του Νέστορα Κοκκινίδη.

1834 φιλοξενείται στο μετόχι του Βωσάκου Γαράζο ο Άγγλος περιηγητής Ρόμπερτ Πάσλεϋ από τον επιστάτη του μετοχιού Μελέτιο Βαρδιάμπαση

1842 ηγούμενος στη μονή Βωσάκου ο Μελέτιος Βαρδιάμπασης

1843 υπογράφεται "συνυποσχετικό" σύμφωνα με το οποίο οι μονές της περιοχής πρέπει να συνεισφέρουν στη δημιουργία σχολείων στα γύρω χωριά. Έτσι η μονή Αρκαδίου πρέπει να προσφέρει ετησίως 2000 γρόσια, η μονή Πρεβέλης 1000, η μονή Αρσανίου 1200, η μονή Ρουστίκων 350, η μονή Βωσάκου 400, και η μονή Χαλέπας 300(η συνεισφορά καθορίζεται βάσει των εσόδων που παρουσιάστηκαν)1850 ανανέωση σταυροπηγιακής αξίας της μονής Χαλέπας με σιγίλιο από τον Πατριάρχη Άνθιμο Δ' .

1856 μεγάλος σεισμός στην Κρήτη, ιδιαίτερα αισθητός στο Μυλοπόταμο, τεράστιες καταστροφές στο Ηράκλειο και σε όλη την Κρήτη.

1856 μετά από 30 χρόνια ηγουμενίας από το Νέστορα Κοκκινίδη, την ηγουμενία της Χαλέπας αναλαμβάνει ο ιερέας Γεώργιος Στρατήγης γνωστότερος με το μοναστικό του όνομα Γεράσιμος(που ήταν έγγαμος σε χηρεία). Ο Γεράσιμος κατηγορούσε τον πρώην ηγούμενο Νέστορα και κακοδιαχείρηση και εύνοια της οικογένειάς του, δηλαδή ότι μοίραζε τα χρήματα της μονής στην οικογένειά του. Πάντως επί Γεώργιου Στρατήγη άρχισε η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της μονής για να μπορέσουν να εξοφληθούν χρέη1858 συστήνονται σε όλη την Κρήτη οι Δημογεροντίες. Είχαν σκοπό την ίδρυση σχολείων σε όλη την Κρήτη.

1861 πεθαίνει ο ηγούμενος της μονής Χαλέπας Νέστωρ Κοκκινίδης

1866-1869 Κρητική Επανάσταση

1866 - 1869 οι επαναστατικές επιτροπές Μυλοποτάμου, Μαλεβιζίου, Τεμένους και Μεσσαράς χρησιμοποιούν ως αρχηγείο, στρατόπεδο και ορμητήριο τη μονή Δισκουρίου. Οι οπλαρχηγοί του Μυλοποτάμου χρησιμοποιούν τη μονή Δισκουρίου ως αποθήκη πυρομαχικών και τροφίμων. Το μοναστήρι διαθέτει και πρόχειρο ιατρείο.

1866 - 1869 ο όρμος του Μπαλί γίνεται βασικό σημείο εισόδου εθελοντών από την Ελλάδα και βασικό σημείο διαφυδής αμάχων προς την Ελλάδα.

1867 Στην Κρήτη έρχεται ο Ομέρ Πασάς ο "Αττίλας της Κρήτης".

1866 ηγούμενος της μονής Βωσάκου ο Μελχισεδέκ Βαρδιάμπασης

1866 φιλοξενείται στη μονή Βωσάκου ο συνταγματάρχης Πάνος Κορωνιάς με εθελοντές (απεσταλμένους της Ελλάδα). Ο Πάνος Κορωνιάς είχε το γενικό πρόσταγμα των επιχειρήσεων στο Ρέθυμνο

1866 φιλοξενείται στη μονή Χαλέπας ο πρωτοκαπετάνιος της δυτικής Κρήτης Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης, όπου και έτυχε θερμής υποδοχής.

1866 η μάχη της Τυλίσσου. Η Τύλισσος ήταν μετόχι της μονής Χαλέπας.

1866 οι Τούρκοι βομβαρδίζουν το Αρκάδι(9 Νοεμβρίου) με τη μπουρμπάδα κουτσαχείλα(μεγάλο πυροβόλο). Με την εισβολή των Τούρκων οι εγκλεισμένοι ανατινάσσουν την πυριτιδαποθήκη

1866 συλλαμβάνεται στο Αρκάδι ο ηγούμενος Χαλέπας Γεράσιμος Στρατήγης κρατώντας το όπλο, του Νέστορα Κοκκινίδη. Ο Μουσταφά πασάς τον απελευθέρωσε ζητώντας του να γυρίσει στο Μυλοπόταμο και να συστήσει στους χριστιανούς να σταματήσουν την επανάσταση.

1866 οι Τούρκοι λεηλατούν τη μονή Αττάλης ( από επιστολή του Γ. Καλοκαιρινού, προξενικού πράκτορα της Ελλάδος στο Ρέθυμνο, προς τον πρόξενο της Ελλάδας στα Χανιά Ν. Σακόπουλο: "μανθάνομεν ότι προ τινών ημερών Οθωμανοί τακτικοί και άτακτοι εγύμνωσαν ολοτελώς το μοναστήρι του Βαλή βεβηλώσαντες και τους ιερούς ναούς αυτού": μνημεία Ελληνικής ιστορίας - Πρεβελάκη,Μπεκιάρη )

1867 λίγο μετά τα γεγονότα του Αρκαδίου πραγματοποιείται συνάντηση των οπλαρχηγών της Κρήτης στη Χαλέπα. Συναντήθηκαν ο Κόρακας, ο Κορωναίος, οΠετροπουλάκης, ο Ντεντιδάκης, ο Ρωμανός, ο Σκουλάς και άλλοι. Αποφασίζουν να χτυπήσουν τον Ρεσίτ Πασά όταν αυτός θα περνούσε από το Μυλοπόταμο.

1867 φιλοξενούνται στη μονή Βωσάκου Μανιάτες εθελοντές

1867 πυρπόληση μονών Βωσάκου και Χαλέπας από Ρεσίτ Πασά, ως αντίδραση στην αντίσταση των οπλαρχηγών.

1867 πολεμική ανταπόκριση του Άγγλου δημοσιογράφου Ιλαρίωνα Σκίννερ, όπου περιγράφει την τραγική κατάσταση της μονής Χαλέπας το 1867, μετά την πυρπόλησή της. Μέσα στο χώρο της όμως ήταν συγκεντρωμένοι πρόσφυγες από όλες τις γύρω περιοχές (Νυν δε τα πάντα εισί καταστροφή και δυστυχία.Τα λείψανα του παρελθόντος και τα δεινοπαθήματα του ενεστώτος αναμίξ παραδόξως πως είναι τύπος όλης της Κρήτης).

1867 πολεμική ανταπόκριση του Άγγλου δημοσιογράφου Ιλαρίωνα Σκίννερ από τη μονή Δσκουρίου. Τον εντυπωσιάζουν τα ερείπια από την επανάσταση του 1821 και ο στρατός και οι άμαχοι που συνέρεαν στη μονή.

1867 ο αρχηγός του Ανατολικού Μυλοποτάμου εκδιώκει πρόσφυγες από το Μαλεβίζι όταν αυτοί έφτασαν στη Χαλέπα

1868 βομβαρδισμός συγκεντρωμένων αμάχων στο Μπαλί από τούρκικο πλοίο ( το Μπαλί ήταν σημείο εξόδου αμάχων προς την ελεύθερη Ελλάδα. Τα μοναστήρια Βωσάκου και Αττάλης συντηρούσαν με τρόφιμα τους αμάχους)

1868 10 τάγματα Τουρκικού στρατού ξεκινάνε από το Ρέθυμνο με σκοπό να οχυρώσουν τους όρμους του Μυλοποτάμου, του Φόδελε και της Αγίας Πελαγίας χτίζοντας πύργους. Ο Τουρκικός στρατός προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές στην περιοχή(ιστορία Κριάρη)

1869 πυρπολείται ξανά ηΔισκουρίου.

1871 συντάσσεται ο "Διοργανισμός των εν Κρήτη μονών". Σκοπός του η οικονομική ενίσχυση της εκπαίδευσης στην Κρήτη από τη διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας.

1871 Συμφωνία Δημογεροντιών Ρεθύμνης με Μελχισεδέκ. Η συμφωνία προέβλεπε υπαγωγή της βωσακικής περιουσίας στη Δημογεροντία και ενοικίασή της για τέσσερα χρόνια.

1871 επιλέγεται επιστάτης της μονής Χαλέπας ο ηγούμενος του Αγίου Παντελεήμονα Φόδελε, Νεόφυτος Πεδιώτης. Ο διορισμός του Γεράσιμου Στρατήγη, ήταν αντίθετος με διάταξη του διοργανισμού, σύμφωνα με την οποία "δε συμφέρει ηγούμενος να έχει παιδιά"

1873 η μονή Χαλέπας αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα. Βρίσκεται σε πλήρη ανέχεια.

1874 επιστάτης της Χαλέπας ο Μελχισεδέκ Βαρδιάμπασης γιατί η μονή Χαλέπας απείχε μεγάλη απόσταση από τη μονή Αγίου Παντελεήμονα Φόδελε και έτσι ο Νεόφυτος Πεδιώτης δεν μπορούσε μα ελέγξει τα δρώμενα στη Χαλέπα

1874 συνάντηση Μελχισεδέκ με τον πατριαρχικό Έξαρχο Επίσκοπο Κώου Γερμανό. Λέγεται ότι ο Γερμανός επηρέασε το Μελχισεδέκ στη σύνταξη επιστολής προς Πατριάρχη Ιωακείμ Β'

1874 Αποστολή επιστολής Μελχισεδέκ προς Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Β', αντιδρώντας στο σύστημα των Δημογεροντιών. Αντίδραση Δημογεροντιών.

1874 η Χαλέπα με τρεις μοναχούς(Παρθένιο, Άνθιμο και Μάξιμο) γίνεται μετόχι του Βωσάκου

1874 μετά το θάνατο του ηγουμένου Αττάλης Μελέτιου Καρτερή, γίνεται ηγούμενος της μονής Αττάλης ο Γεράσιμος Πικράκης , θρύλος του αγώνα κατά των Τούρκων την περίοδο 1866-1869

1875 Συνοδική απόφαση υπέρ Μελχισεδέκ, για επιστροφή περιουσίας στη μονή. Σκάνδαλο στην Κρήτη. Αντίδραση Δημογεροντιών. Υποχώρηση Πατριάρχη. Η Δημογεροντία εξακολούθησε να διαχειρίζεται τις περιουσίες Βωσάκου και Χαλέπας.

1875 Πατριαρχικό Επιτίμιο εναντίον όσων κλέβουν περιουσίες, εργαλεία και ζώα από τις μονές Βωσάκου και Χαλέπας.

1878 ο Μελχισεδέκ εκλέγεται πληρεξούσιος της Επανάστασης στο Μυλοπόταμο.

1881 στη μονή Χαλέπας μένουν τρεις μοναχοί( Παρθένιος, Άνθιμος και Μάξιμος) και οκτώ κοσμικοί, ενοικιαστές της περιουσίας Χαλέπας.Δεν μπορούσε δηλαδή να εκλέξει ηγούμενο.

1881 στη μονή Δισκουρίου μένουν τρεις μοναχοί και τέσσερις κοσμικοί.

1881 η μονή Αττάλης έχει δύο μοναχούς και εννέα κοσμικούς, ενοικιαστές των μοναστηριακών κτημάτων.

1885 ηγούμενος Χαλέπας αναλαμβάνει ο Ιάκωβος Πλουμής, ο οποίος ήταν μοναχός του Βωσάκου. Είχε σπουδάσει Θεολογία στην Αθήνα και είχε τραυματιστεί κατά την επανάσταση του 1866. Στην επανάσταση του 1897 οργάνωσε δική του επαναστατική ομάδα στην οποία συμμετείχαν και τέσσερις μοναχοί της Χαλέπας και διέθεσε όλα τα εισοδήματα της μονής από το μετόχι της Τυλίσσου στην επανάσταση.

1890-1897 έχει αποκατασταθεί μερικώς η μονή Δισκουρίου

1897 σκοτώνεται ο μοναχός του Βωσάκου Γαβριήλ Κλάδος κατά την επανάσταση του 1896-1897

1885 η μονή Βωσάκου ανοικοδομείται εκ βάθρων

1900 η μονή Βωσάκου κρίνεται διαλυτή

1900 η μονή Χαλέπας κρίθηκε διαλυτή

1900 η μονή Δισκουρίου κρίνεται διαλυταία

1900 η μονή Αττάλης κρίνεται διαλυτή

1901 ο ηγούμενος της μονής Χαλέπας Αγαθάγγελος παραπέμπεται από τον επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Διονύσιο Καστρινογιαννάκη σε συνοδικό δικαστήριο.

1935 η μονή Βωσάκου κρίνεται διατηρητέα

1935 η μονή Χαλέπας κρίνεται μόνιμη

1935 η μονή Δισκουρίου προσαρτάται στη μονή Χαλέπας

1935 η μονή Αττάλης κρίνεται διαλυτέα

1945 η μονή Αττάλης ερημώνει

1950 η μονή Χαλέπας ερημώνεται

1955 η μονή Βωσάκου διαλύεται

1982 εγκαθίσταται στη μονή Αττάλης ο Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Συριανός, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τίτου. Πολύ γρήγορα προχώρησε η αναστήλωση της μονής.
1998 η μονή Βωσάκου επαναλειτούργησε. Ξεκίνησαν εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες από την 28η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με χρηματοδότηση κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

1990 πεθαίνει ο Καλλίνικος Βάμβουκας, ο οποίος ασκούσε τα καθήκοντα του ηγουμένου της μονής Χαλέπας διαμένοντας στη μονή Δισκουρίου.